Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2025

ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΓΗΡΑΙΑΣ ΚΥΡΙΑΣ

    Η μέρα ήταν όμορφη! Στολισμένη με φθινοπωρινά χρώματα κι ένα λαμπερό ηλιοβασίλεμα  προμήνυε μιαν ήρεμη νύχτα.
    Η γηραιά κυρία ετοιμάστηκε και ξαπλώσε στο κρεββάτι της. Το φως στο δωμάτιό της ήταν, τώρα, χαμηλό. Η τηλεόραση κλειστή, έχοντας πάρει το μήνυμα ότι οι πρόσφατες ειδήσεις από ολόκληρο τον Κόσμο σε μια εποχή πολέμου, βίας, φυσικών καταστροφών και ανθρώπινης ένδειας, απαιτούσαν μια νυχτερινή, τουλάχιστον, σιωπή για μπορέσει  να καλοδεχτεί  τον άρχοντα της νύχτας: Τον ύπνο.
   Η προετοιμασία ήταν σωστή, αλλά οι σκέψεις της για το σήμερα και  το αύριο σαν θύελλα μέσα στη νύχτα, δεν μπορούσαν να σταματήσουν. Προσπάθησε να γαληνέψει ό,σο ένιωθε ότι ο ύπνος πλησίαζε γλυκά θέλοντας να κλείσει απαλά τα βλέφαρά της, όμως παρά τις προσπάθειες, η καρδιά της χτυπούσε σε δυνατούς παλμούς προκαλώντας της  αναστάτωση.
    Κάποτε ήταν παιδούλα κι ύστερα μια νεαρή κοπέλλα γελαστή και ανέμελη. Θυμήθηκε την ώρα που έγινε μια ευτυχισμένη μητέρα, εκείνη,  που σήμερα  με τ' άσπρα της μαλλιά και τους γυρτούς ώμους, δεν έχει παρά να ευχαριστεί τη ζωή για τα δώρα της. Οι θύελλες που είχε περάσει, χλώμιαζαν μπροστά στη λέξη που ψυθίριζε κάθε πρωί ευλαβικά τη στιγμή  που ξυπνούσε: Ζω! Αυτή και μόνον (εντολή του γιατρού της)  την έκανε να σβήνει τα σύννεφα της μνήμης και της σημερινής της θλίψης  για την ανημπόρια των χρόνων της. Όμως, σήμερα,  το μέλλον φάνταζε δραματικά απειλητικό  κι ήταν αυτό που εμπόδιζε τον ύπνο να έρθει για να την ξεκουράσει από  όλα αυτά, τα θλιβερά και αναπάντεχα  του Κόσμου που είχε ακούσει στα λόγια αλλά και βλέποντας τις εικόνες του Κόσμου.
   Σήμερα, οι σκέψεις της δεν μπορούσαν να ηρεμήσουν και ποιός ξέρει πόσα ακόμα  μαύρα σύννεφα θα ερχόταν να σκιάσουν τον ουρανό της  και την επόμενη μέρα.
Το ρολόι του τοίχου στο διάδρομο που οδηγούσε στην κουζίνα, είχε μόλις χτυπήσει  μεσάνυχτα κι ύπνος αργούσε νά έρθει. Κουρασμένη, αποκαμωμένη από τις σκέψεις της, το  θυμήθηκε και ξαφνικά απλώνοντας το χέρι της δίπλα στο μαξιλάρι,  άγγιξε με τα ακροδάχτυλά της το "μαγικό κουτί", όπως το έλεγε πάντα!
Πατώντας  το κουμπάκι του πάνω αριστερά,  η παρουσιάστρια της εκπομπής ακούστηκε να λέει:
-Και τώρα, η Συμφωνία αριθμός 5, η λεγόμενη "Ποιμενική" του Ludwigvan Beethoven. Το θαύμα έγινε:Το.... ραδιοφωνάκι που της είχε χαρίσει έκανε για άλλη μια φορά το θαύμα του! (Άλλοτε του έδινε μόνον εκείνη δώρα, αλλά, σαν πέρασαν τα χρόνια, ήταν εκείνος που φρόντιζε να μην της λείπει τίποτα)Tο "μαγικό κουτί" λοιπόν,  όπως το έλεγε χαριτολογώντας, την παρέσυρε απαλά και μελωδικά στον  κόσμο που λάτρευε και λατρεύει ακόμα:
    Τον κόσμο της μουσικής!
    Η Φιλαρμονική της Βιέννης ακούστηκε να παίζει το πρώτο μέρος :ξύπνημα ευχάριστων συναισθημάτων προς το ύπαιθρο με το δεύτερο, τη σκηνή δίπλα στο ρειάκι να ακολουθεί ενώ στο τρίτο μέρος, ακουγόταν  το  χαρούμενο μάζωμα των αγροτών! Ο κεραυνός και η καταιγίδα που ακολούθησαν την τρόμαξαν λίγο ενώ την στιγμή που η ευτυχία και η ευγνωμοσύνη ολοκλήρωναν  την Ποιμενική Συμφωνία του εμπνευσμένου μουσικού, εκείνη, η γηραιά κυρία, δεν ήταν πια εκεί .                                                                                    Με ένα  χαμόγελο ξεκούρασης και ευτυχίας, βρισκόταν στην αγκαλιά του ύπνου που της είχε, για μιά ακόμα φορά, χαρίσει το "μαγικό κουτί" της , αυτό που οι άλλοι γύρω της το έλεγαν «ραδιοφωνάκι».


Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2025

ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΦΛΟΥΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

                                                      ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΦΛΟΥΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

                                                    (Από την συλλογή «Παιδικές Αναμνήσεις»)

Είχαμε στρώσει το νοικοκυριό  μας (όπως κάθε φορά μετά από το μεσημεριανό φαγητό) κάτω από το τραπέζι της τραπεζαρίας: Θα παίζαμε «σπιτάκια», όταν χτύπησε το κουδούνι και μπήκε η Μέλλα, η αγαπημένη της θειά από την Πόλη.Ήρθε κοντά μας, γελαστή και καλωσυνάτη όπως πάντα, έσκυψε και μας έδωσε ένα δώρο. Μα τι δώρο!Ένα κουτί με διάφανο κάλυμα που άφηνε να δούμε μέσα χρυσά νομίσματα, το ένα πλάι στο άλλο! 

Κοιτάξαμε η μια την άλλη με απορία, ενώ η Σόνια προσπάθησε να το ανοίξει για να πάρει στο χέρι της ένα...νόμισμα.Το έξυσε λίγο στην άκρη κι αυτό άρχισε να ...ξεφλουδίζει αποκαλύπτοντας το...χρώμα της σοκολάτας! Ξετρελαμένες δοκιμάζαμε και γελούσαμε ξεχνώντας το παιχνίδι που είχαμε ετοιμάσει να παίξουμε  στο αγαπημένο μας στέκι κάτω από το στρογγυλό τραπέζι.|

Χρυσά φλουριά στα χρόνια της Κατοχής; Αν ήταν πράγματι χρυσά ίσως ήταν χρήσιμα για πολλούς αλλά για μας, τις πεντάχρονες εξαδέλφες, μάλλον άχρηστα.

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2025

ΟΙ ΓΡΑΒΑΤΕΣ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

            Συγγενείς και φίλοι κατά την διάρκεια της Κατοχής, ήρθαν να μείνουν μαζί μας, στο σπίτι, γιατί  η Αθήνα (ήταν δεδομένο) δεν επρόκειτο να βομβαρδιστεί  λόγω της Ακρόπολης. Μου άρεσε πολύ αυτή η συντροφιά γύρω μας, γιατί στα τρία μου χρόνια που πρωτογνώριζα τον κόσμο, έπαιζαν και γελούσαν μαζί μου. Είχα ξεχωρίσει τον κύριο Λώλη που ήταν ψηλός σαν τον πατέρα και διαρκώς σκαρφιζόταν κάτι για να με διασκεδάσει. Μια μέρα λοιπόν με ρώτησε σιγά:

-Θέλεις ο πατέρας να έχει πιο πολλές γραββάτες;

Δεν χρειάστηκε να σκεφτώ πολύ για να απαντήσω  αμέσως:

-Ναι! θέλω.

-Τότε,  είπε σιγά, θα βρείς ένα ψαλιδάκι, θα ανοίξεις τη ντουλάπα που ο μπαμπάς κρεμάει τις γραββάτες του, θα τις κατεβάσεις και θα τις κόψεις σε πολλά-πολλά κομματάκια.                                                 Μου άρεσε πολύ αυτή η ιδέα.Τι χαρά που θα έκανε ο πατέρας μόλις τις έβλεπε αλλά, σκέφτηκα, που θα βρώ ψαλίδι; ήταν όλα κρυμμένα και φυλαγμένα, όμως, ήμουν τυχερή!                                                  

Μια μέρα διέκρινα το ψαλιδάκι που ο πατέρας διόρθωνε το μουστάκι του, πάνω στο ραφάκι του μπάνιου μπροστά στον καθρέφτη! Δεν άργησα να σύρω σιγά και με προσοχή το σκαμνάκι, ν' ανέβω πάνω και να φτάσω στο ραφάκι. Έτσι, πήρα το μαγικό ψαλιδάκι, κατέβηκα, πήγα τρέχοντας στο δωμάτιό μου και το έκρυψα κάτω από το κρεβάτι μου.Έτσι, θα εύρισκα μια ευκαιρία για να κάνω την καλή πράξη που μου είχε υποδείξει ο κύριος Λώλης.

-Πόση χαρά  θα πάρει ο πατέρας! σκεπτόμουν κι ένοιωθα ευτυχισμένη.

Η χαρούμενη στιγμή έφτασε! Όλοι οι μεγάλοι σιγοκουβέντιαζαν, βραδάκι, στη τραπεζαρία ενώ η νταντά Μεταξία έπλενε  πιάτα στη κουζίνα. Ξετρύπωσα λοιπόν το ψαλιδάκι, άνοιξα τη ντουλάπα στο δωμάτιο των γονιών μου με τις γραβάτες που ήταν περασμένες σε μια ξύλινη μπάρα, τις κατέβασα όλες (δεν ήταν πολλές) και τις άπλωσα στο πάτωμα.Με το ψαλιδάκι μου τις έκοψα σε μικρά-μικρά κομματάκια.

Τα ξαφνικά βήματα του πατέρα που ήρθε να δεί που είμαι,με γέμισαν χαρά!
-Ποιός σου είπε να το κάνεις αυτό; ρώτησε έκπληκτος.
-Ο ...κύριος Λώλης, είπα.
Γύρισε  γρήγορα στη τραπεζαρία.Τον ακολούθησα και τον άκουσα να λέει στον εμπνευστή της πράξης μου:
-Χαίρομαι, φίλε, που θα μου αγοράσεις  πέντε καινούργιες γραββάτες !

Κυριακή 17 Αυγούστου 2025

Η ΝΟΥΓΚΑΤΙΝΑ

Την ημέρα της ονομαστικής του εορτής και είχε  προσκαλέσει όλη την τάξη του Δημοτικού στο σπίτι του, σε μικρή απόσταση από το κέντρο της πόλης.

Ήταν μια μικρή μονοκατοικία μ' ένα θαυμάσιο κήπο και στην είσοδο, γλάστρες με πανέμορφα λουλούδια ανάμεσα σε πυκνά πρασινα φύλλα.

Είχαμε φορέσει τα καλά μας: φιόγκους σε ωραία χρώματα στα κοτσιδάκια μας, τα κοριτσάκια των δέκα ετών και καλοχτενισμένα τ' αγόρια με κοντά παντελονάκια και περιποιημένα ποκάμισα.

Η μητέρα του, γλυκιά και καλωσυνάτη, μας υποδέχθηκε εγκάρδια και γρήγορα αρχίσαμε να παίζουμε στην μεγάλη τραπεζαρία ώσπου, σε μια στιγμή, έφτασε η τούρτα, μα τι τούρτα! Τόσο μεγάλη και καλοστολισμένη που τα μάτια όλων μας έλαμψαν για την γλυκιά προσδοκία που μας περίμενε: Νουγκατίνα! το αγαπημένο γλυκό της εποχής μας.

Καθήσαμε γρήγορα γρήγορα γύρω από το μεγάλο τραπέζι, πήραμε το κουταλάκι στο χέρι μας κι ετοιμαστήκαμε για την μεγάλη στιγμή. Η τούρτα κόπηκε και μοιράστηκε μ΄ένα χαμόγελο από την μητέρα ενώ ο πατέρας φρόντιζε να μη μας λείψει τίποτα ούτε και η πολυαναμενόμενη δροσερή πορτοκαλάδα.

Μόλις ακούστηκε ένα ομαδικό «χρόνια πολλά» άρχισε η γλυκιά απόλαυση. Δοκίμασε ο πρώτος καλεσμένος, ακολούθησε δεύτερη η καλεσμένη με τους κόκκινους φιόγκους στα μαλλιά, και μετά ο πιο άτακτος της τάξης που διατηρούσε εκείνη τη στιγμή την απόλυτη πειθαρχία που επέβαλλε η όμορφη στιγμή.

Ξαφνικά, φάνηκε ένας μορφασμός στο αγορίστικο πρόσωπο που καθόταν πλάι στην μικρή μαθήτρια με το ροζ φορεματάκι.Ακούστηκε  ένα κουταλάκι, που γεμάτο από λίγη τούρτα ακούμπησε πάλι στο πιάτο για να μη σηκωθεί ξανά. Ματιές, γεμάτες απογοήτευση γέμισαν το χώρο. Η απορία ήταν διάχυτη. Πως έπρεπε να συμπεριφερθούμε στην ευγενική κυρία Δέσποινα που έκανε ό,τι μπορούσε για να μας ευχαριστήσει χωρίς να πικραθεί ο γιός της, ο αγαπημένος μας συμμαθητής, ημέρα της γιορτής του;       Η τούρτα έμοιαζε γλυκιά αλλά...δεν ήταν!

Σιγά και σιωπηλά, δοκιμάσαμε όσο και όπως καλύτερα μπορούσαμε ενώ, το πειραχτήρι της τάξης, είχε ήδη  βρεί μια εκπληκτική λύση: Έδωσε μια ελαφριά σπρωξιά στο διπλανό του λέγοντας :                          - Πάμε να φάμε την τούρτα στο κήπο;

Μετά από ψυθιρίσματα, ενθουσιαμένοι όλοι και όλες, πήραμε το πιατάκι με το γλυκό και σπεύσαμε να υπακούσουμε στη θρυλική πρόταση και παράλληλα να αντισταθούμε στην καθωσπρεπωσύνη μας.        Ο ένας μετά τον άλλο, αδειάζαμε κομμάτια από την νουγκατίνα που είχε μείνει, μέσα στα πυκνά πράσινα φύλλα, στις γλάστρες! Η τούρτα ίσως είχε μείνει αρκετές ώρες εκτός ψυγείου και, στην καλοκαιρινή ζέστη, είχε ελαφρά ξυνήσει!Εμείς λοιπόν θα μπαίναμε ξανά στο σπίτι κρατώντας άδεια τα πιατάκια του γλυκού αφήνοντας έτσι την κυρία Δέσποινα ικανοποιημένη από την περιποίησή της.            

Την επομένη, πρωνό Δευτέρας, μπήκε στην τάξη μας δακρυσμένος ο συμμαθητής που μας είχε προσκαλέσει:

-Ο κήπος μας ξαφνικά, έγινε χθες... χιονισμένος. Γιατί;

Αυτό είπε μόνο!

Ντραπήκαμε τόσο πολύ, αγόρια και κορίτσια, που νομίζω πως ακόμη και σήμερα, ακόμη και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, θα ήθελα, τόσες πολλές δεκαετίες μετά, να βρώ ένα τρόπο να του ζητήσω συγγνώμη, αλλά...

Τώρα, εσύ αγαπημένε μας, είσαι μακρυά, πολύ μακριά, τόσο που μόνο η προσευχή μου μπορεί να σε φτάσει.

ΘΕΛΕ!

 Πως θυμάμαι αυτές τις ζεστές, Αυγουστιάτικες μέρες, την απογευματινή μας απόλαυση, που μου άρεσε τόσο!

Καθισμένοι πλάι-πλάι  στο στενόμακρο μπαλκόνι που έβλεπε στο κεντρικό δρόμο, κουβεντιάζαμε! Οι «Δυο ροζ μπεζέδες», οι νόνες μου, που έγιναν αργότερα το πρώτο μου βιβλίο, ο πατέρας, η μητέρα και το τρίχρονο κοριτσάκι που αυτή τη στιγμή γράφει τις αναμνήσεις του.                                                              Στα απέναντι μπαλκόνια, βλέπαμε μεγάλους, μικρούς, παιδάκια και νταντάδες. Μόλις όμως ερχόταν η δύση του ηλίου, η μητέρα μου με στεναχωρούσε πολύ, πάρα πολύ όταν έλεγε τάχα χαρούμενη:

-Και τώρα, έλα να πάμε μέσα για να πούμε το παραμύθι μας! ενώ εγώ κατσούφιαζα και άρχιζα να γκρινιάζω με επιμονή:

-Εγώ τόα θέλω να κάτσω έτσο, να βλέπω τα παιδάκια, εγώ θέλω να...

Με έπαιρνε από το χέρι λέγοντας μου:

-Βλέπεις; και τα άλλα παιδάκια στο απέναντι μπαλκόνι φεύγουν, μπαίνουν μέσα στο σπίτι τους και κανένας δεν πια δεν μένει έξω.Κανένας!τόνιζε.

Επέμενα, όπως συνήθως:

-Εγώ όμως τώα θέλω, ενώ εκείνη νευριασμένη απαντούσε:

-Θέλε!

Πέρασαν χρόνια για να μάθω ότι τότε, στα χρόνια της Κατοχής, μετά το λιόγερμα, περνούσε η Γερμανική περίπολος και όλους ό,σους ήταν εκτός σπιτιού, τους περίμενε ένα τραγικό τέλος:Τουφεκισμός!                                                                                                                                        Σήμερα, αυτό το Αυγουστιάτικο απόγευμα, που η θερμοκρασία έχει ανέβει σε πρωτόγνωρα επίπεδα ζέστης, θέλω...θέλω πολλά, αλλά τα 85 μου χρόνια δεν τα επιτρέπουν πιά.                                            -Θέλε!μονολογώ γελώντας τη στιγμή που, σαν εναλλακτική λύση, κάθομαι στον υπολογιστή και γράφω τις παιδικές μου αναμνήσεις .

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2025

Η ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

          Παιδί ακόμα, πριν να πάω στο αγαπημένο μου Νηπιαγωγείο, η νταντά Μεταξία με έβαζε να γονατήσω μπροστά στην εικόνα της Παναγιάς, για να κάνω την βραδινή μου προσευχή.

Ήταν μια παράξενη όσο και γοητευτική εμπειρία και, μόλις σήμερα, 80 χρόνια μετά, θέλω να την εκφράσω με λέξεις, που θα μπορέσουν ίσως να αποδώσουν όλα ό,σα δεν τόλμησα μέχρι σήμερα να πω η να γράψω.

Ναι! Ήταν μια ιερή και σιωπηλή επικοινωνία!Στιγμές μοναδικές και ανεπανάληπτες: Από τα κατάβαθα της ύπαρξής μου αναδύονταν φόβοι, ελπίδες, χαρές, απορίες πρωτόγνωρες, αισθήματα ασυνείδητα, κρυμμένα βαθιά μέσα μου και στο τέλος; Ερχόταν ξαφνικά μια αφανέρωτη, ζεστή αγκαλιά, τροφή για την ύπαρξή μου.

          Αυτό που μου έχει μείνει σαν άυλη γεύση εκείνης της στιγμής, είναι η πηγαία ευτυχία της αυθόρμητης αυτοέκφρασης δίχως να ακουστούν λέξεις, απλής σαν ροή από ένα γάργαρο ποταμάκι  που κυλάει αβίαστα χωρίς αρχή και τέλος.

          Η εμπειρία της προσευχής που περιγράφω τώρα, δειλινό Δεκαπενταύγουστου του 2025, παραμένει η ίδια ό,σα χρόνια κι αν έχουν περάσει από τότε. Μόνο που η Εικόνα της Μεγαλόχαρης,  ζωντανεύει στην καρδιά μου ολόφωτη και αιώνια, για να μπορέσω να την μοιραστώ μ' εκείνους που αγαπώ. 

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2025

Η ΚΥΡΑ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ

       Πλάι στα ήρεμα νερά της λίμνης, εκεί που τις νύχτες καθρεφτίζονταν τ'αστέρια τ' Ουρανού, ζούσε  μια καλωσυνάτη γυναίκα που την έλεγαν Ειρήνη.

Μιλούσε ήρεμα και κάθε φορά που δάκρυα κυλούσαν από το γαλήνιο πρόσωπό της, όπως λέει ο μύθος, ποτίζονταν τα άγονα χωράφια του χωριού που στεφάνωνε  την πανέμορφη λίμνη. Οι χωρικοί,  μακάριζαν την ημέρα που ήρθε να μείνει μαζί τους:Χόρτα ξερά, άκαρπη γή, καλύβες καμμένες από κάποιο άγριο πολεμιστή που είχε διαβεί τα μέρη τους  με το κατάμαυρο άτι του, περίμεναν χρόνια τώρα  τη δροσιά του καυμού που κυλούσε από τα μάτια της, να ζωντανέψουν ξανά σαν να ήταν ένα όνειρο που άγγιζε την αρχή της ιστορίας τους. 
Νωρίς το ξημέρωμα,  οι πλάβες κυλούσαν αργά η μία πίσω από την άλλη και σκορπίζονταν στα νερά της λίμνης, για να φέρουν καλή ψαριά και σαν το χρυσαφένιο δειλινό κρυφοκοίταζε την Πλάση,  γύριζαν πίσω, στο λιμανάκι της Καλής Ελπίδας. Εκεί, τις έδεναν προσεκτικά με τα παλαμάρια τους  και φορτωμένοι ψάρια, κινούσαν για να τ' αποθέσουν στο κονάκι της γιαγιάς Ειρήνης. Εκείνη, τους φίλευε πάντα ψωμί και μέλι μ΄ένα ποτήρι κρυστάλινο νερό από την Γλυκοπηγή του χωριού.Φεύγοντας τηναποχαιρετούσαν με σεβασμό γνωρίζοντας την πονεμένη της ιστορία:  Στα νειάτα της, ήταν μια πανέμορφη χωριατοπούλα: Ζωηρή, γελαστή και παιχνιδιάρα τραγουδούσε την αυγή μαζί με τα πουλιά του δάσους κι άλλες φορές, σαν έφτανε στα μέρη τους παγωμένος ο χιονιάς, φίλευε στοργικά τους λαγούς που κατέβαιναν απ΄ τα βουνά για να κουρνιάσουν στο χωριό της. Οι νέοι την γλυκοκοίταζαν ποθώντας να την κάνουν γυναίκα τους  μα η Ειρήνη ήθελε να ζεί ελεύθερη απολαμβάνοντας τη χαρά της στιγμής που γι' αυτήν ήταν ευλογία. 
Ξημέρωμα, είχε ξεσπάσει ξαφνικά μεγάλη φωτιά στο πυκνό δάσος με τις βελανιδιές, τις λεύκες και τα κυπαρίσσια. Έντρομοι οι συντοπίτες της είχαν δεί ένα πανύψηλο μουστακαλή άντρα με πυκνά  φρύδια και κατάμαυρα μακριά μαλλιά, να φτάνει καβαλάρης στο χωριό τους κρατώντας στο χέρι του μια πύρινη ρομφαία. 
-Είμαι ο Πόλεμος! ούρλιαζε ενώ το πρόσωπό του,  ματωμένο και σκοτεινό, έσπερνε τον τρόμο.
Θέλω να κάνω δική μου την πιο όμορφη γυναίκα του χωριού σας, αλλιώς, θα σας κάψω ζωντανούς! ούρλιαζε.
Θέλω να κάνω δική μου την πιο όμορφη γυναίκα του χωριού σας, αλλιώς, θα σας κάψω ζωντανούς! ούρλιαζε.
Η Ειρήνη, νεαρή κοπελίτσα τότε, είχε μισανοίξει έντρομη την ξύλινη εξώπορτα του σπιτιού της τη στιγμή που ο φοβερός καβαλάρης της νύχτας περνούσε από μπροστά της.
-Εσένα θέλω, φώναξε. Εσένα! και ξεπεζεύοντας την άρπαξε βάζοντάς την να καθήσει στο κατάμαυρο άτι του.Ύστερα, ανέβηκε πίσω της κι αυτός κι έφυγαν προς το άγνωστο καλπάζοντας  με ορμή. Τ΄αστέρια εκείνης της νύχτας είχαν ένα φώς χλωμό, λυπημένο, ενώ η σελήνη είχε κρυφτεί πίσω από ένα πυκνό σύννεφο. Ο θρύλος λέει πως τα κλάμματα της όμορφης κοπέλλας που έτρεχαν ασταμάτητα από τα μάτια της, είχαν γίνει ρυάκια του δάσους κι  ήταν τόσο πολλά που σχημάτησαν ως το ξημέρωμα, μια μικρή λίμνη κάτω στην πεδιάδα.
Τα χρόνια κύλησαν χωρίς να μπορέσει να μάθει κανείς ποιά ήταν, τελικά, η τύχη της νεαρής κοπέλλας, της  Ειρήνης.   Ένα πρωινό, μόλις είχε ανατείλει ένας υπέροχος λαμπρός ήλιος, μια χρυσοποίκιλτη άμαξα με έξι λευκά άλογα έφτασε απρόσμενα στο μικρό χωριό που είχε απλωθεί, τα χρόνια που κύλισαν, στις όχθες μιας μικρής  λίμνης. Οι κάτοικοι σάστησαν! Δεν ήξεραν ούτε μπορούσαν να φανταστούν ότι θα δούν τέτοια πολυτέλεια: Ένας πανέμορφος άντρας κατέβηκε από τη χρυσή  άμαξα και προχωρώντας προς το σπιτάκι της Ειρήνης, χτύπησε απαλά την πόρτα. Άνοιξε εκείνη, η μητέρα του ! Συγκινημένος, έσκυψε και φίλησε με ευγνωμοσύνη το χέρι της.
-Μη κλαίς μάνα!ακούστηκε να λέει. Θα ζήσω εδώ για πάντα μαζί σου.
Είχε μάθει την ιστορία της λίμνης! 
 Ιππεύοντας  το λευκό του άτι  μέρες, μήνες χρόνια, είχε διαβεί σ' όλες τις χώρες του Κόσμου ζητώντας να μεταλαμπαδεύσει το μήνυμά του στους ανθρώπους. Έτσι, είχε φτάσει και στη Γαλανή Χώρα ζητώντας να ξαποστάσει από το καρμικό έργο που του είχε αναθέσει  η καλή νεράιδα που τον ξεγέννησε.  Καρπός μιας βίαιης ένωσης ενός φοβερού και στιγνού  πατέρα, του Πολέμου και μιας πανέμορφης κόρης, της Ειρήνης,  πήρε από τον άγιο Προστάτη του το όνομα Σαν που μπορούσαν να το προφέρουν εύκολα  σε όλες τις γλώσσες οι κάτοικοι της Γης. Για τους πολλούς, ήταν μια λέξη άγνωστη, για άλλους σήμαινε «Ήλιος», αλλά για όλους το μήνυμα που έφερνε σε ό,σους  συναντούσε, γινόταν άστρο πιο λαμπερό κι από τον Ήλιο, σαν έφεγγε μέρες ζοφερές  απαλύνοντας  αιμοτοβαμμένες νύχτες, πόνους, κόπους θρήνους, καυμούς ,φόβους και εφιάλτες.
Ο άγνωστος επισκέπτης, όμορφος σαν τη μάνα του, ήταν απλός σαν το όνομά του. Δεν ήθελε να ξεχωρίζει για την κορμοστασιά και τη λαμπράδα της ομορφιάς  του, ίσως γιατί πίστευε, τιμώντας το όνομά του, πως ήταν στ' άλήθεια «σαν» κι αυτούς, σαν όλους τους κατοίκους της Γης ζώντας το άυλο δώρο της απλότητας που ήταν προικισμένος από την ευλογημένη ώρα που είχε έρθει στο Κόσμο, να του ανοίγει δρόμους. Με τα χρόνια, το όνομά του γινόταν όλο και πιο γνωστό, λες και γινόταν μήνυμα που ηχούσε σαν μελωδική καμπάνα στα πέρατα του Κόσμου σκορπίζοντας μια πρωτόγνωρη ελπίδα. Μιλούσε απλά, με το  πρόσωπο στολισμένο μ΄ένα ειρηνικό χαμόγελο,  κι έτσι γινόταν αμέσως αποδεκτός.
Ένα δειλινό, ταξιδεύοντας και φθάνοντας στην πανέμορφη  χώρα που βρέχεται από τη θάλασσα του Αιγαίου, έτυχε να τον συναντήσω την ώρα που μιλούσε σε πλήθος κόσμου που έσπευδε να απολαύσει  τον μελίρυτο λόγο  του.
-Φίλες και φίλοι, έλεγε. Γεννήθηκα μια νύχτα ασέληνη σε μια σπηλιά κοντά σ΄ένα βαθύ φαράγγι. Ο πρώτος ήχος που θυμάμαι ήταν ένα βαθύς αναστεναγμός που λες κι έβγαινε από τα έγκατα της Γης. Το πρώτο σκίρτημα ήταν δίψα για δροσερό νερό αναζητώντας  μια ανάσσα πλάι μου, ένα χάδι, λίγο  φως, για να μπορέσω να διακρίνω τον καινούργιο κάσμο, εκεί  που είχα έρθει  να ζήσω.
Πλήθος κόσμου, κάθε λογής, που είχε μαζευτεί γύρω του, έμοιζε μαγεμένο, ενώ εκείνος συνέχισε:           -Δυο χέρια γυνακεία,  με είχαν αγγίξει τρυφερά. Τότε ένοιωσα πως  είχα γεννηθεί! Μεγάλωνα με τις ακτίνες του ήλιου την ημέρα, να με βοηθούν για  να βλέπω την αλήθεια γύρω μου ενώ το φως του φεγγαριού τα βράδυα  με έστεργε να ονειρεύομαι ένα υπέροχο και προφητικό μέλλον. Το πρωινό κελάιδημα των πουλιών του δάσους  με συντρόφευε στη δική τους γλώσσα.Και ο χρόνος κυλούσε.           - Όταν  μεγάλωσα, έμαθα από την κόρη του Δάσους πως τη νύχτα που ο πατέρας μου κάηκε ζωντανός  μέσα στη φωτιά που είχε βάλλει στα  σπίτια μια γης που σείονταν από την φλόγα του πολέμου, μια πανέμορφη νεράιδα, ψιθύρισε στον Άνεμο το όνομα μου, που έμοιαζε σαν προφητεία των άστρων. Σφραγίστηκε  μέσα στη καρδιά μου, για να μείνει εκεί για πάντα και να μην ξεχαστεί ποτέ: Προφητεία; ίσως  η πορεία  της ζωής μου ήταν εντολή! Δεν έμενε παρά να την ακολουθήσω.                Ένας βαθύς αναστεναγμός,  ακούστηκε ευθύς από το συγκεντρωμένο πλήθος σαν ένα θρόισμα κραυγής στο χρόνο. Κρατώντας την αναπνοή μου  αναρωτιόμουν:
 -Ποιός ήταν λοιπόν αυτός ο άγνωστος και παράξενος άντρας που καθισμένος ανάμεσά μας, συγκλόνιζε απλά και μόνο με την παρουσία του;
 -Μια μέρα, συνέχισε, θα γεννείς  ο βασιλιάς του Κόσμου! είχε προμαντέψει η Νεράιδα του δάσους τη στιγμή που γεννήθηκα. Στέμμα σου, το όνομά σου. Θα λαμποκοπά στους αιώνες σαν πρόσκληση ζωής στο παλάτι της δόξας. Τρόμαξα τότε, ρίγησα, αλλά τίποτα δεν θα μπορούσε να με σταματήσει. Μόλις μπόρεσα να μάθω λίγα γράμματα για να συνενοούμαι με τους ανθρώπους, ζήτησα βοήθεια από ένα γέροντα που όλοι έλεγαν πως ήταν σοφός. Το πρόσωπό του, ήρεμο, τα μάτια του, αστέρια κι όταν με κοίταξε βαθιά μέσα μου με φωνή ήρεμη δεν άργησε να μου αποκαλύψει το σκοπό της ζωής μου:               -Όταν το θεόσταλτο όνομά σου γίνει στόχος ζωής, βίωμα και πράξη στους κατοίκους του πλανήτη μας, τότε θα σταματήσει η Έχθρα να καταστρέφει και να καίει πυρακτώνοντας όλα τα πλάτη και τα  μήκη της γής. Είσαι ο μοναδικός γιός του φοβερού Πολέμου και της γαλήνιας  Ειρήνης, Όταν όλοι οι άνθρωποι που ζουν στη Γη  σε αποδεχθούν και ο καθένας από αυτούς τιμήσει στην πράξη  το προφητικό όνομα, που σου είχε δώσει η Μοίρα, όταν ο καθένας  νιώσει «σαν» τον άλλον και  ζεί χωρίς  να  θέλει να ξεχωρίζει από τα αδέλφια του στον πλούτο, τη δόξα, τη δύναμη,την υπεροχή με ένα τρόπο δόλιο , αυτά, τα αδέλφια της μιας πατρίδας που είναι η Γή μας, τότε θα έρθει η μεγάλη ώρα να συναντήσεις την μητέρα σου, την Ειρήνη και να ζήσεις για πάντα μαζί της, πλάι της, έχοντας εκπληρώσει τον σκοπό που σε έταξε η νύμφη Μοίρα.
Ξύπνησα!Πετάχτηκα ταραγμένη, αναστατωμένη, δακρυσμένη!      
-ΣΑΝ ψιθύρισα, ΣΑΝ! Το όνειρο της αποψινής νύχτας, είχε γίνει ξαφνικά, ελπίδα μιας καινούργιας μέρας!Άνοιξα το παράθυρο και κοίταξα τον Ουρανό που αχνόφεγγε στο ξημέρωμα.
-Μήπως η πορεία της ανθρωπότητος αλλάξει; μήπως οι φόβοι γίνουν ελπίδα; Μήπως ένα όνειρο γίνει ζώσα πραγματικότητα απλά και μόνο  προφέροντας και ζώντας στην καθημερινότητά μας την απλή λέξη: ΣΑΝ;
Ένα γέλιο ακούστηκε πλάι μου. Νάταν η Ελπίδα; 

Παρασκευή 4 Απριλίου 2025

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

                                                     (από την συλλογή «Σχολικές αναμνήσεις»)

Ήταν μια μεγάλη μέρα για μας, τους μαθητές και τις μαθήτριες της 3ης Δημοτικού: Θα παρακολουθούσαμε στην αυλή του Σχολείου μας, τους μεγάλους, πολύ  μεγάλους μαθητές αυτούς δηλαδή που πήγαιναν στο Γυμνάσιο, να ψάλλουν Ύμνο στη Παναγία: το «Υπερμάχω...» κάπως έτσι μας  είχε πεί η δασκάλα μας, η κυρία Νίτσα.
Έτσι και έγινε!Σε μια στιγμή συγκίνησης και θαυμασμού, η Αργυρώ, η αγαπημένη μου συμμαθήτρια, γύρισε μου ψιθύρισε:
-Τι θα πεί φέφτε;
 Ανασηκώνοντας τους ώμους της απάντησα με σιγανή φωνή:
 -Δεν ξέρω!
 -Να ρωτήσεις τον πατέρα σου κι εγώ το δικό μου μόλις γυρίσουμε στο σπίτι, είπε σιγά και να μου πείς αύριο.

Ο πατέρας γέλασε στην ερώτησή μου:

-«Νύμφη Ανύμφευτε» είπε, όχι φέφθε όπως νομήσατε γιατί η Θεοτόκος, η Παναγία μας, δεν παντρέφτηκε ποτέ, δηλαδή δεν έγινε «νύμφη» κατάλαβες;

Την επομένη το πρωί στο Σχολείο, ανταλλάξαμε τις απαντήσεις των πατεράδων μας που, όπως ήταν φυσικό, ήταν ίδιες. Όσες, πολλές δεκαετίες έχουν περάσει από τότε, αναπολώ τις ημέρες των Χαιρετισμών, την αγαπημένη μου Άργυρώ με συγκίνηση, αγάπη κι ευγνωμοσύνη, όπως την γνώρισα  εκείνα τα τρυφερά κι αξέχαστα μαθητικά μας χρόνια, στο Δημοτικό του Πειραματικού  Σχολείου του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Σάββατο 22 Μαρτίου 2025

Ο ΠΑΝΣΕΣ, Η ΒΙΟΛΕΤΤΑ ΚΑΙ...

Ο ΠΑΝΣΕΣ, Η ΒΙΟΛΕΤΤΑ ΚΑΙ...
 Ένα ερωτικό παραμύθι

    Ένας Κάκτος! Αυτός, που ξεπρόβαλλε ξαφνικά κι απόσμενα ανάμεσά τους! Ζούσαν κι οι δυό μαζί, πλάι πλάι, σ' ένα όμορφο παρτέρι κοντά στη λίμνη με τις πάπιες. Μόλις έφευγε η κυρά της Νύχτας κι ο άρχοντας τ' Ουρανού ξεπρόβαλε πίσω απ΄το βουνό, εκείνη άνοιγε νωχελικά τα λουλούδια της, ενώ εκείνος πλάι της, έδειχνε το γελαστό πρόσωπό του, στην ημέρα που ξεκινούσε.
    Περνούσαν όμορφα, πολύ όμορφα και τα μικρά παιδιά, που συνήθως έπαιζαν τα πρωινά πλάι στη λίμνη με το γεφυράκι και τις πάπιες να βολτάρουν, σταματούσαν πολλές φορές το παιχνίδι τους για να ρίξουν μια γρήγορη ματιά στο πρόσωπο του Πανσέ κι ονειρεύονταν! Να είναι και το δικό τους πρόσωπο γελαστό, όταν μια μέρα θα συναντούσαν ένα κορίτσι, όμορφο σαν τη Βιολέττα. Ώσπου, μυστικά, χωρίς να ακουστεί,  ξεπρόβαλλε ξαφνικά ανάμεσά τους ένας μικρός ξένος. Όσο μεγάλωνε, τα μαλλιά του; ίδια... βελόνες κι η όψη του; χλωμή, δίχως χρώμα με λίγο κίτρινο, ίσως γιατί έβλεπε τον Πανσέ να γλυκοκοιτάζει τη Βιολέττα του και ζήλευε. Ζήλευε πολύ!
    Ο άγνωστος μεγάλωνε, ψήλωνε ενώ τα...μαλλιά του, που όλο και πιο πυκνά γίνονταν, άρχισαν να μπαίνουν ανάμεσά τους. Μια μέρα λοιπόν καλοκαιρινή, καυτερή από τη θέρμη του ήλιου, ο Πανσές γύρισε λίγο προς την Βιολέττα του θέλοντας να την σκιάσει μα...αγγίζοντας τ΄ αγκαθωτά μαλλιά του άγνωστου ξένου, μαζεύτηκε και κλείστηκε στον εαυτό του.
    Οι μέρες κυλούσαν.Η Βιολέττα δεν ήταν πια τόσο όμορφη όσο άλλοτε.Το χάδι της βροχής, μόλις ήρθε το  φθινόπωρο, δεν ανακούφισε το μαραμένο της πρόσωπο ενώ ο Πανσές, κλεισμένος  στον εαυτό του, ένιωθε να χάνει την ερωτική του συντροφιά. Ώσπου, ένα σιδερένιο, χέρι; μπήκε απρόσμενα, νωρίς το πρωί, ανάμεσά τους κι άρχισε να σκάβει βαθιά το χώμα χωρίς αναπαμό. Ήχος απότομος, βίαιος, τραχύς, που δεν έμοιαζε με το κελάιδισμα των πουλιών στο ξημέρωμα ούτε με τις μελωδικές στάλες της βροχής. Ο φόβος, άρχισε να φωλιάζει στα τρυφερά τους φυλλοκάρδια μα σαν ξημέρωσε μια καινούργια μέρα, ο άγνωστος ξένος με τα αγκαθωτά κιτρινωπά μαλλιά, είχε  εξαφανιστεί! Ναι!
    Τίποτα πια δεν τους εμπόδιζε να είναι και πάλι ο ένας πλάι στον άλλο!Χειμώνες και καλοκαίρια, άνοιξη και φθινόπωρο, ο γελαστός Πανσές και η πανέμορφη Βιολέττα του θα συνέχιζαν να ζουν μαζί, ελεύθεροι πιά, απολαμβάνοντας, γιατί όχι; τον «δικό τους» Παράδεισο!

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2025

«Ο ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ»

                                            «Ο ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ»
                           (Από τη σειρά: Παιδικές αναμνήσεις)
                             Αφιερώνεται στη Γενιά του ΄40

      Μόλις οι τρείς μας φίλοι, ο Δημήτρης, ο Γιώργος κι ο άτακτος Αναστάσης άρχιζαν να σκαρφαλώνουν πάνω στα σιδερένια κάγκελα που ήταν γεμάτα με ανθισμένες γκλισίνες, εμείς, η Αγγελική, η Αργυρώ και η αφεντιά μου, αρχίζαμε να κουβεντιάζουμε τα πιο σοβαρά θέματα της ηλικίας μας.
      Για μας, τα κοριτσόπουλα, τα αγορίστικα σκαρφαλώματα  ήταν απαγορευμένα. Κι έτσι, καθισμένες πλάι-πλάι σ' ένα παγκάκι κοντά στη σπηλιά (που λέγανε πως έκρυβε ένα φοβερό δράκο), αναζητούσαμε μια εικόνα για τον δικό μας Παράδεισο, αυτόν που θα βλέπαμε όταν πηγαίναμε, γριούλες πια, στον Ουρανό έχοντας κάνει όλα ό,σα είχαν ζητήσει από μας οι γονείς μας.
Εκεί, θα μπορούσαν ίσως να μας χαρίσουν μια υπέροχη κούκλα σαν την Ντορέττα της Λίας, που δεν μας άφηνε ποτέ να την κρατήσουμε, γιατί ήταν λέει Ιταλιάνα, η μια μεγάλη, ολόκληρη σοκολάτα κι όχι μόνο ένα μικρό κομματάκι.
       Αν και οι πολύχρωμες μεγάλες μπάλες ήταν μόνο για τ' αγόρια, η  Τερέζα, η μεγαλύτερη αδελφή  της Αργυρώς, μας είχε πει μια μέρα πως  ήθελε πολύ, πάρα πολύ, να την αποκτήσει εκεί σαν ανταμοιβή για τις αταξίες που δεν είχε τολμήσει να κάνει. 
Παράξενο αλήθεια!
      Μετά από λίγη ώρα παραμονής στις γκλυσίνες, που έμοιαζαν  με υπέροχα μαβιά σταφύλια, πηγαίναμε  μαζί με τις μαμάδες μας στη λίμνη με το γεφυράκι και τις πάπιες. Εκεί, ένα πρωινό, ο Δημήτρης έκανε πως δήθεν ήθελε να ταίσει μια πάπια προσφέροντάς της λίγο από το δικό του φρατζολάκι μα, στ΄αλήθεια, ήθελε να πλατσουπλίσει στο νερό και να κάνει, κατά ...λάθος βέβαια, και μια ξαφνική βουτιά. Τότε λοιπόν η μαμά του, τρέχοντας, τον άρπαξε στην αγκαλιά της, τον έβγαλε έξω στα βότσαλα, τον σκούπισε, τον άλλαξε και μετά τον έβαλε να καθήσει σε μια μεγάλη πρασινοβαμμένη καρέκλα τόσο ψηλή, που δεν μπορούσε να κατέβει από κει μόνος του, για να ξαναπαίξει μαζύ με τα άλλα παιδιά. Αυτή, ήταν μια τιμωρία που μας ξάφνιασε κι ενώ εμείς, τα κορίτσια, κρυφογελούσαμε με το πάθημά του, η Τερέζα,
τον θαύμαζε  σαν να είχε γίνει ξαφνικά  ο ήρωας του Κήπου. 
     Μόλις ερχόταν η Άνοιξη, το παρτέρι με τους πολύχρωμους πανσέδες με προκαλούσε να τρέξω και να καθήσω ανάμεσά τους, να τους χαιδέψω απαλά νιώθοντας μέσα μου κάτι από την ομορφιά τους να πλουτίζει την δική μου ψυχή. Εκεί όμως ήταν μοιραίο να εισπράξω μια μέρα την πρώτη τιμωρία της ζωής μου: 
Η μητέρα μου έβαλε γρήγορα-γρήγορα στη σκιά, κάτω από ένα μεγάλο πεύκο, το καρότσι με την νεογέννητη αδελφή μου και, σπεύδοντας στο  παρτέρι με τους πανσέδες, με σήκωσε βιαστικά, με πήρε στην αγκαλιά της  και με πήγε να καθήσω στη γνωστή, ψηλή, πρασινοβαμμένη, ξύλινη καρέκλα του Κήπου, πλάι στο καρότσι λέγοντας μου:
-Κάθε μέρα οι κηπουροί ποτίζουν και περιποιούνται αυτά τα λουλούδια για να τα απολαμβάνουν όλοι. Αν χαλάσουν και μαραθούν τότε... 
    Σε λίγο, γνωστές μαμάδες με τα παιδιά τους πλησίασαν για να  καμαρώσουν το καινούργιο μωρό της οικογένειάς μας που κοιμόταν ήρεμα χωρίς να δίνουν καμμιά σημασία σε μένα, τη μεγάλη αδελφή,  που βίωνε την πρώτη τιμωρία της ζωής της. Αναρωτήθηκα τότε αν θα εύρισκα ένα τέτοιο πανέμορφο και πολύχρωμο παρτέρι στον Παράδεισο, υποσχέθηκα όμως μυστικά, πως αν θα το βρώ, δεν θα καθήσω ούτε μια στιγμή...τσαλακώνοντας τους πανσέδες του.
    Μόλις μεσημέριαζε, περπατώντας πια προς την έξοδο του Κήπου πηγαίναμε να δούμε και τα παγώνια με τις αστραφτερές ουρές τους. Εκεί, κρυφογελώντας, σχεδιάζαμε όλα τα κοριτσάκια μαζύ, την ημέρα που θα φορούσαμε ίσως κι εμείς, ένα μακρύ φόρεμα χορού που θα είχε χρώματα ίδια με αυτά της ουράς των παγωνιών: Πράσινο, γαλάζιο, χρυσαφί κι ό,τι άλλο κέντριζε εκείνη τη στιγμή τη προσοχή μας πυροδοτώντας τη φαντασία. Κι ύστερα, προχωρώντας προς την έξοδο, κάναμε μια τελευταία στάση στα χρυσόψαρα, που μέσα στα διάφανα νερά μιας μικρής, περιφραγμένης λίμνης, κολυμπούσαν ανέμελα. 
    Είχαμε ακούσει μια μέρα τον φύλακα να απαντάει στην ερώτηση του μικρού Άγγελου αν αυτά τα ψάρια ψήνονται στο τηγάνι για να τα φάνε τα παιδιά. Γελαστός, του είχε απαντήσει: 
-Όχι βέβαια! Αυτά τα ψάρια δεν τρώγονται! κι έτσι ήμασταν σίγουρες εμείς, τα κορίτσια, αλλά και τ' αγόρια ότι και την επόμενη φορά που θα ερχόμαστε στο Κήπο μας, θα βρίσκαμε τα χρυσόψαρα να βολτάρουν στα ήρεμα νερά που καθρέφτιζαν και τις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων.
Και κάτι ακόμα: 
       Χθες το μεσημέρι είδα από μακριά, μια ηλικιωμένη κυρία με κατάλευκα μαλλιά, κρατώντας ένα τετράποδο, μαύρο μπαστούνι, να μπαίνει μέσα στο Βασιλικό, σήμερα Εθνικό και πρόσφατα ανακαινισμένο, Κήπο. Βάδιζε αργά και φτάνοντας στη μικρή λίμνη, ανέβηκε τα τρία σκαλιά στηριγμένη στο μπαστούνι της και κράτησε  με προσοχή τη μαντεμένια περίφραξη. Έμεινε εκεί σιωπηλή για λίγα λεπτά ενώ γυρίζοντας να φύγει, άνοιξε το  τσαντάκι της, έβγαλε από μέσα ένα λευκό δαντελένιο μαντηλάκι για να σκουπίσει  δυο δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια της.
Αναρωτήθηκα λοιπόν αν αυτή, η γηραιά κυρία, είναι σήμερα μια από τις μικρές και αγαπημένες φιλεναδίτσες, αυτές που παίζαμε μαζί στα χρόνια της Απελευθέρωσης και επιστρέφοντας στο Κήπο, ίσως για τελευταία φορά, θέλησε να ξαναδεί τι άλλο;
Τον δικό μας παράδεισο!









Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2025

Εικόνες στον Ουρανό

Εικόνες στον Ουρανό

      Ήταν ένα θλιμμένο χειμωνιάτικο απόγευμα μοναξιάς.         
         Αναζητώντας παρηγοριά, άλλαζα συνεχώς κανάλια στην τηλεόραση ελπίζοντας...αλλά εικόνες από τους πρόσφατους σεισμούς στη Σαντορίνη, με γέμιζαν απόγνωση και φόβο.
Μάταια αναζητούσα στην γνωμάτευση των ειδικών επιστημόνων, ακτίνα αισιοδοξίας.  Η γνώση και η πείρα πολλές φορές (η μάλλον κάθε φορά) σε ανάλογα φυσικά γεγονότα, δεν αφήνουν περιθώρια για μια αλάθητη, θετική και αισιόδοξη εξέλιξη. 
Αυτό, συμβαίνει μόνο στα παραμύθια, τα ποιήματα, τα μυθιστορήματα, τα τραγούδια. 
        Εικόνες με ανάλογους ήχους που με γέμιζαν απόγνωση, λύπη και αγωνία προκάλεσαν  επιτακτική ανάγκη για άμεση  ανακούφιση. Έτσι, στρέφοντας το βλέμμα  προς το παράθυρο, διέκρινα τον Ουρανό να παίρνει το γλυκό χρώμα του δειλινού ενώ σύννεφα, μικρά και μεγάλα, έμοιαζαν να παίζουν ένα πρωτόγνωρο παιχνίδι...ζωγραφίζοντας!
Ένας μεγάλος«γάτος»εμφανίστηκε ξαφνικά ενώ ένα μαγνάδι (νεράιδας άραγε;) τον τύλιξε μεταμορφώνοντάς τον σε...καπνό! Ένα συννεφάκι, φτάνοντας πλάι του, έγινε...τουλίπα (έτσι μου φάνηκε) ενώ το λευκό σύννεφο που έφτασε ξαφνικά στην οθόνη του Ουρανού, σχημάτησε  ένα...λαχταριστό παγωτό χωνάκι!
        Τα σύννεφα έμοιαζαν να συνεχίζουν να παίζουν ξένοιαστα φτιάχνοντας...λαγουδάκια, ανοίγοντας...ποτάμια στον Ουρανό, που γινόταν ολοένα και πιο θαμπός ενώ φως σε έντονο πορτοκαλί χρώμα που ξεπρόβαλλε ξαφνικά ανάμεσά τους, φανέρωσε ότι η ώρα της δύσης του ήλιου που πλησίαζε, θα χάριζε λίγη ακόμα λάμψη πριν να έρθει το σκοτάδι.
Εστιάζοντας το βλέμμα  στο υπέροχο χρυσαφένιο χρώμα, ανάσανα βαθιά  μακριά από τις εικόνες της ζοφερής καθημερινότητας.
Η Μάνα Φύση, μου είχε προσφέρει για μια ακόμα φορά, απλόχερα το δώρο της.
Ευχαριστώ.

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2025

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ

    Μια φορά κι ένα καιρό, τα χρόνια εκείνα τα παλαιά, όταν  οι άνθρωποι, που ζούσαν ακόμα στο σκοτάδι, χτυπούσαν και πλήγωναν ο ένας τον άλλο, για να βρουν λίγο ψωμί να φάνε και λίγο νερό να πιουν, τότε, που οι χειμώνες σκόρπιζαν παγωνιά σε ανθρώπους και ζώα ενώ τα καλοκαίρια ο ήλιος φλογίζοντας τη γη, άφηνε τα σπαρτά, ξερά, να γέρνουν στο χώμα, ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό της Ελλάδας, η γιαγιά Σοφία.

    Το κονάκι της ήταν μικρό αλλά καθαρό και περιποιημένο κι εκείνη; ήταν απλή, γελαστή και φιλόξενη. Τα μάτια της είχαν το χρώμα τ’ ουρανού την Άνοιξη ενώ  το πρόσωπό της ήταν πάντα γαλήνιο σαν την ακύμαντη θάλασσα, που φιλούσε στοργικά  το μικρό χωριό που κατοικούσε και το έλεγαν Γαλήνη.

    Τα μαλλιά της, μακριά  και  πανέμορφα, έλαμπαν όταν  τα χάιδευε κάθε μέρα στοργικά ο λαμπερός της σύντροφος, ο κυρ-Ήλιος.Τις  νύχτες που κοιμόταν, ο μικρός και  πιστός  άγγελος που την παράστεκε, της ζωγράφιζε πολύχρωμες εικόνες για να την ξεκουράζουν από τον κάματο της μέρας, όσες ώρες  τα μάτια της ήταν κλειστά. Σαν ξυπνούσε νωρίς το πρωί, τις εύρισκε μπροστά της ζωντανές, ολοζώντανες  να την περιμένουν λαμπερές, σαν να ήταν κεντημένες με μεταξένια πρωτόγνωρα χρώματα από μια  νεράιδα που την έλεγαν Φαντασία.

    Οι μέρες κυλούσαν σαν σταγόνες νερού γεμίζοντας το βαθύ ποτάμι του χωριού που το έλεγαν Χρόνο. Άλλοτε δροσερές και κρυστάλλινες κι άλλοτε θαμπές από την οργή μανιασμένης λασπερής βροχής που συχνά  χτυπούσε άκαρδα κι ανελέητα τους ανθρώπους του μόχθου.

    Κι η γιαγιά Σοφία, με το χαμόγελο να στολίζει πάντα το πρόσωπό της, γινόταν ολοένα και πιο ξεχωριστή ενώ οι χωριανοί της απορούσαν.

    - Πως τα καταφέρνει; σκεφτόντουσαν δίχως να τολμήσει κανείς τους να τη ρωτήσει, για να μάθει την αλήθεια της.

    Οι πέντε κόρες της, άξιες κι εργατικές, δούλευαν ακατάπαυστα, για να μάθουν να  βγάζουν γερό μεροκάματο στην προσπάθειά τους να ζήσουν και να θρέψουν, σαν έφτανε η ευλογημένη  ώρα, τα παιδιά τους και  να τους προσφέρουν ό,τι καλύτερο μπορούσαν.

    Οι κόρες αυτές όμως, συχνά, έμοιαζαν εξαντλημένες και ανήμπορες αργά το βράδυ, να στολίσουν, έστω και μ’ ένα αχνό χαμόγελο, το θλιμμένο τους πρόσωπο. 

    Οι  στιγμές, οι μέρες, οι εβδομάδες, οι μήνες, τα χρόνια κυλούσαν σαν τη βροχή γεμίζοντας το Χρόνο,  το ποτάμι του χωριού που κυλούσε ανάμεσα στα σπίτια τους χωρίς  να στερεύει ποτέ.

    Η γιαγιά Σοφία λοιπόν, συνήθιζε να μιλάει  και να απαντάει  μόνον αν την ρωτούσαν.Τις άλλες ώρες παρέμενε σιωπηλή με μοναδικό στολίδι  εκείνο το αιώνιο χαμόγελο στην ιστορία της ύπαρξής της, που χάριζε, σε όλους όσους ήθελαν να την γνωρίσουν  από κοντά, ένα χάδι  γαλήνης και σιγουριάς. 

    Ήταν σούρουπο όταν η μεγάλη της κόρη, που την έλεγαν Όραση, γυρίζοντας κατάκοπη από την ολοήμερη δουλειά της στο άγονο από την ξηρασία  χωράφι, έπεσε στα πόδια της μάνας εκλιπαρώντας τη βοήθειά της:

    - Δεν αντέχω πιά, ακούστηκε να λέει ανάμεσα στους λυγμούς της. Θα σβήσω μάνα, θα χαθώ. Λάσπες παντού, κλαδιά ξερά και δέντρα άκαρπα. Φόβος, απόγνωση και αγωνία! 

    Στοργικά, η γιαγιά Σοφία άπλωσε το χέρι της και χαιδεύοντας  τα μαλλιά της κόρης της ακούστηκε να λέει:

    - Μάθε να στρέφεις τα μάτια σου ψηλά, στον Ουρανό, εκεί που ταξιδεύουν τα όνειρα σαν σύννεφα, εκεί που τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τα πουλιά να πετούν και να στολίζουν τον Κόσμο με το μήνυμα της ελπίδας που χαρίζει και θα χαρίζει για πάντα, η αόρατη νύμφη που την λένε Αιωνιότητα. Μάθε κόρη μου να αποστρέφεις το βλέμμα σου από την εικόνα της στιγμής αναζητώντας  την αιώνια τροφή που λέγεται απόλαυση, όσο πιο συχνά μπορείς μέσα στην στείρα  ζωή σου. Μόνον έτσι  θα μπορείς να ξαποστάς και να δυναμώνεις τόσο, που η καθημερινή δουλειά σου στον τραχύ και συχνά άκαρπο μόχθο, να δέχεται μια υπέροχη πνοή δροσιάς και ανακούφισης. Μάθε καλή μου να απολαμβάνεις, μέσα στις πιο δύσκολες, τις πιο τραγικές στιγμές της καθημερινότητάς σου, την βαθιά ανάσα της φυγής στον άυλο κόσμο. Αυτό, αν γίνεται όλο και πιο συχνά, θα είναι  ένα  χαρούμενο διάλειμμα στη διάρκεια μιας μακρόχρονης σκληρής δουλειάς, για να μπορέσεις κάποτε  να κερδίσεις επάξια το χρυσοποίκιλτο φλουρί που λέγεται Πείρα. 

    - Έχε την ευχή μου κόρη μου, της  έλεγε στοργικά,  ενώ τα πλούσια μαλλιά της, πλεγμένα με χιλιάδες ασημοκλωστές, τις εμπειρίες της, στεφάνωναν το γαλήνιο πρόσωπό της.

    Ήταν απομεσήμερο όταν η δεύτερη κόρη της γιαγιάς Σοφίας, που την έλεγαν Ακοή,  μπήκε βιαστική  στο κονάκι της σφαλίζοντας σφιχτά  με τ’ ακροδάχτυλα τ’ αυτιά της ενώ απ΄τα μάτια της έτρεχαν πικρά δάκρυα.

    - Λύγισα μάνα! φώναζε. Δεν αντέχω πιά.Οι κραυγές του πλήθους κάθε φορά που συγκεντρώνεται  έξω από το φούρνο του γείτονα εκλιπαρώντας τον για λίγο ψωμί, που δεν έχει πια λεφτά για να το πληρώσει, με γεμίζουν τρόμο. Ως πότε πια; Βοήθεια μάνα!

    Κι εκείνη, απλώνοντας το χέρι  χάιδεψε στοργικά το δικό της κι άρχισε να της σιγοτραγουδά τη μελωδία που αγαπούσε σαν ήταν ακόμα μικρή και δοκίμαζε τα πρώτα της βήματα στην αυλή του σπιτιού τους. Η φωνή της ακουγόταν υπέροχη, μελωδική παρά τα χρόνια που βάραιναν τους κυρτούς της ώμους. Ένα χαμόγελο αχνό άρχισε να ζωγραφίζεται  στο πρόσωπο της Ακοής ενώ έμοιαζε να απολαμβάνει  το χάδι του ήχου που αγαπούσε με τη δροσιά της γαλήνης ν’ αγγίζει απαλά την κουρασμένη της καρδιά.

    - Μάθε κόρη μου, ακούστηκε να λέει η γιαγιά Σοφία, να βγάζεις απ’ το σεντούκι της μνήμης αγαπημένες μελωδίες κάθε φορά που οι στριγγλιές της στιγμής σε εμποδίζουν να τις ακούς. Ξαφνικά κι απρόσμενα, θα έρχεται πάντα κοντά σου  η καλή κυρά που την λένε Απόλαυση, για  να σε ξεκουράζει.  Οι χαλαροί  παλμοί της, σαν ένα τρυφερό και ευεργετικό χάδι, θα σου χαρίζουν τη δύναμη να συνεχίζεις να ζεις, προσπερνώντας εύκολα κάθε κακόηχη στιγμή. 

    Έτσι, ξαφνικά, ένα  χαμόγελο  ανακούφισης φώτισε το πρόσωπο της Ακοής και χαμογελώντας, γαληνεμένη πιά, έσκυψε και φίλησε με σεβασμό το χέρι της μάνας.

    Ένα συννεφιασμένο πρωινό  η τριτότοκη  κόρη της γιαγιάς Σοφίας που την έλεγαν Όσφρηση, σφαλίζοντας αηδιασμένη με τα δυό της χέρια  τα ρουθούνια της, μπήκε στο κονάκι της Μάνας της κραυγάζοντας:

    - Αηδία μάνα! Νιώθω αηδία! Να σου πώ τι έγινε σήμερα; ρώτησε, ενώ η γιαγιά Σοφία κόβοντας γρήγορα-γρήγορα ένα κλαδάκι μυρωδάτο γιασεμί από μια μικρή γλάστρα έσπευσε να την αγκαλιάσει  για  να της προσφέρει εκείνη τη στιγμή, αυτό που είχαν οι δυό τους φυτέψει μιαν ανοιξιάτικη μέρα χρόνια πριν.

    - Μη λες τίποτα κόρη μου! της είπε χαμογελώντας. Μύρισέ το  βαθιά, πιο  βαθιά, ακόμα πιο βαθιά κι αυτό το άρωμα κλείστο στην ψυχή σου για πάντα! Γύριζε σ’ αυτό όποτε το χρειάζεσαι με τη σκέψη και το συναίσθημα. Θα είναι  το δώρο της ανακούφισης και της γαλήνης που σου θα προσφέρει απλόχερα η Απόλαυση, η καλή μας νεράιδα, κι όχι εγώ!

Και τότε, η Όσφρηση, συγκινημένη, με την έκφραση  της ανακούφισης ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, έσκυψε και φίλησε δακρυσμένη τη μάνα της, την γιαγιά Σοφία που για άλλη μια φορά της είχε ανοίξει δρόμο σε μια στιγμιαία αλλά μυστική αναζήτηση.  

    Η τέταρτη  κόρη  ήταν λίγο παράξενη. Δούλευε και μη βρίσκοντας συχνά ανταπόκριση  συναντώντας  προβλήματα από τις απαιτήσεις των  πελατών που ολοένα αναζητούσαν να δοκιμάσουν κάτι πρωτόγνωρο, απαιτητικό, μοντέρνο, ασυνήθιστο, καινούργιο και συχνά αδύνατο να πραγματοποιηθεί, ένιωθε απογοήτευση και πίκρα, πολλή πίκρα.

    Έτσι, η κόρη αυτή που λεγόταν Γεύση, σπάνια είχε στο πρόσωπό της την έκφραση που έδειχνε πως ήταν ικανοποιημένη από ό,σα της πρόσφερε η Γενική Διευθύντρια που άκουγε στο όνομα Ζωή. Συχνά, της αντιμιλούσε και γκρίνιαζε γεμάτη παράπονο από τις προτεραιότητες που εκείνη πρόσφερε απλόχερα, όπως  νόμιζε, στους  άλλους συναδέλφους της που εργάζονταν  στο κατάστημα που δούλευε και λεγόταν «Καθημερινότητα».

    Θυμάμαι, από τότε που την είχα συναντήσει τυχαία, πως η γιαγιά Σοφία συνήθιζε να συμβουλεύεται συχνά τους αρχιμάστορες που δούλευαν ταπεινά και υπεύθυνα, για τον ιδιοκτήτη του αρχοντικού, που στέγαζε εκείνη και τις κόρες της, αφού όλοι τους είχαν σπουδάσει για πολλά-πολλά χρόνια στην πιο διάσημη Εκπαιδευτική Εταιρεία του Κόσμου που είχε το λαμπερό όνομα Επιστήμη.

    Κάθε φορά λοιπόν, που δεν ήξερε να συμβουλέψει τις πέντε της κόρες, όταν αντιμετώπιζαν προβλήματα, ρωτούσε, με σεβασμό και ταπείνωση, έναν από τους αρχιμάστορες, αρμόδιο για κάθε περίπτωση, και, με την δική του υπεύθυνη συμβουλή και υπόδειξη, όλα πήγαιναν καλά.

    Έτσι λοιπόν, κάθε φορά που η Γεύση παραπονιόταν, συχνά ανικανοποίητη, η γιαγιά Σοφία της πρότεινε να δοκιμάσει νοερά μια ώριμη και αρωματική φράουλα, που πάντα φύλαγε για εκείνη, δροσερή, στο καλαθάκι της μνήμης.

    - Είναι πάντα τόσο όμορφη, της μάθαινε και τόσο απλή. Δεν έχεις παρά να την πλησιάσεις, μυστικά και αθόρυβα, όπως μόνον η σκέψη σου μπορεί. Η ομορφιά, η λάμψη, το άρωμα αλλά και η φρεσκάδα της θα σκεπάσουν ό,τι σε ενοχλεί. Θυμάσαι πόσο την αγαπούσες μικρή όταν την δοκίμαζες; Αναζήτησέ την λοιπόν όπως τότε και τώρα που μεγάλωσες. Νιώσε την γεύση της καλώντας την στους λογισμούς σου.Τώρα Γεύση αλλά και για πάντα κόρη μου. 

Έτσι, η φράουλα γινόταν η εικόνα που δέσποζε άνετα στη στιγμή και η Γεύση χαμογελούσε ικανοποιημένη ενώ η Απόλαυση, γινόταν για άλλη μια φορά, η καλή Νεράιδα που παραστέκει, απλόχερα και αφανέρωτα, όλες τις κόρες (αλλά και… τους γιούς, γιατί όχι;) του Κόσμου κάθε φορά που την αναζητούν.

    Πλάι στις αδελφές της, η πέμπτη κόρη που λεγόταν Αφή και ήταν η μεγαλύτερη απ’ όλες, δύσκολα, πολύ δύσκολα, εύρισκε ένα μαξιλάρι βολικό στο χάδι, για να ξεκουράσει τα πονεμένα της δάχτυλα από τις τραχιές δουλειές που ήταν αναγκασμένη να υπομένει κάθε μέρα. Πάγωνε το άγγιγμά της στο μέταλλο, αγρίευε στο χοντροκομμένο ξύλο, δυσφορούσε στο παλαιό και χιλιοτριμμένο ύφασμα. Συχνά, μάτωνε και πονούσε με τα κοφτερά αγκάθια που ήταν κρυμμένα ύπουλα στην περικοκλάδα το περιβολιού της κυρά Νιότης που περιποιόταν συχνά. Πόσο καυτές, αλήθεια, ένιωθε κάθε φορά τις πέτρες που ήταν κρυμμένες μέσα σε μια χούφτα ανάλαφρη, χρυσαφένια άμμο όταν αναζητούσε ξεκούραση στην αμμουδιά!

Χαμογελούσε στοργικά η γιαγιά Σοφία κάθε φορά που άκουγε την Αφή να παραπονιέται.

    - Θα έρθει γι αυτήν η άγια μέρα, σκεφτόταν με καρτερία.

    Και ήρθε: Μια ημέρα χαράς και ανάστασης! 

    Η Αφή ήταν η πρώτη κόρη της που έγινε μητέρα. Χαιδεύοντας απαλά τα τριανταφυλλένια χεράκια του γιού της μόλις τον πήρε στην αγκαλιά της, λυτρώθηκε από τον ανείπωτο καημό. Όλα γύρω της έμοιαζαν μαγικά. Η Απόλαυση, για άλλη μια φορά, έμοιαζε να έχει χαρίσει την ευλογία της σε μια πονεμένη και ταλαιπωρημένη ψυχή που ποθούσε, μυστικά, να γίνει μάνα, ν’ αγγίξει τον ζωντανό καρπό του έρωτά της. Για την Αφή, αυτή, ήταν μια ενδόμυχη και βασανιστική ανάγκη ζωής όπως γίνεται αιώνες τώρα, φίλες και φίλοι, σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της Γης.

    Μόλις λοιπόν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου, το άγγιγμά της με τη νέα ζωή, αυτήν που είχε βγει μέσα από τα σπλάχνα της, έγινε ικανό να την θεραπεύσει ανοίγοντας διάπλατα τους ορίζοντες της ευτυχίας.

    Οι θρύλοι λένε πως ξαφνικά, μέσα σε μια στιγμή, κάτι είχε αλλάξει στο ταπεινό χωριό τους: η σεμνή και σεβαστή γυναίκα-μητέρα της Όρασης, της Ακοής, της Όσφρησης, της Γεύσης και της Αφής είχε γίνει τώρα πια από μάνα, τιμημένη γιαγιά: Η γιαγιά Σοφία.

    Θα την συμβουλεύοταν πάντα και για πάντα ενώ μια μοναδική εικόνα-ζωγραφιά θα σχεδιαζόταν για πρώτη φορά, με χρυσοποίκιλτα πινέλα πάνω στον ατλαζένιο Ουρανό της πατρίδας τους:

    Η πριγκίπισσα Γνώση, πρόγονος της γιαγιάς Σοφίας, θα εικονιζόταν να υποκλίνεται προσφέροντας τη θέση της στην Αυτοκράτειρα Ζωή ενώ κάτω, στη γη τους, ο παντοδύναμος Χρόνος, το βαθύ κι απάτητο ποτάμι που διατρέχει αιώνες τώρα το μικρό χωριό των θνητών, θα συνέχιζε να κυλάει ήρεμα και ανεμπόδιστα στην αιωνιότητα τιμώντας το άφθαρτο και άυλο στέμμα της Αλήθειας.

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ HANS


            
            Σε λίγες ώρες θα πρέπει να βρίσκομαι στο αεροδρόμιο για να πάρω το αεροπλάνο για το Βερολίνο.  Πόσο γρήγορα πέρασαν αυτή την φορά, οι μέρες των διακοπών μου στην Ελλάδα!
Φεύγω μ' ένα παράξενο συναίσθημα. Αρχίζοντας να γράφω, προσπαθώ να το ξεδιαλύνω. Μια λέξη μόνο ανεβαίνει από την καρδιά  και μου καίει τα χείλη, καθώς κοιτάζω από τη βεράντα του ξενοδοχείου, την κορυφογραμμή του Υμηττού λουσμένη από τον φθινοπωρινό ήλιο  που  λάμπει, σαν να είναι ακόμα καλοκαίρι.
Ζηλεύω. Στην πατρίδα μου αυτή την ώρα θα βρέχει. Θα έχει φθάσει πιά  ο χειμώνας ενώ εδώ οι Έλληνες συνεχίζουν να γελούν με την δική μας θηλιά στο λαιμό να τους σφίγγει μέχρι θανάτου. Χαίρονται  απολαμβάνοντας  τη χαρά της ζωής σ' ένα τόπο που για μένα μοιάζει μυθικός, γεμάτος Ιστορία, Τέχνη, Φως ομορφιάς και  πολιτισμού
Τα Σαββατόβραδα με λίγα μόλις ευρώ, τρώνε σουβλάκια στη ταβέρνα της γειτονιάς και πίνουν τσίπουρο η  φτηνή μπύρα  γελώντας με πειράγματα και χωρατά. Εδώ, φυτρώνουν ελιές, άφθονες ελιές  και με το ευλογημένο λάδι συνοδεύουν τα χόρτα τους , φτιάχνουν πίτες με τυριά,  ψαρεύουν πεντανόστιμα ψάρια, απλώνουν τα φρούτα τους στα παζάρια σε αφθονία χρωμάτων και τα λαχανικά τους... λες και παίρνουν λάμψη από τη θέρμη του δικού τους ήλιου.
        Αρχίζει να νυχτώνει. Πρέπει να βιαστώ. Η βαλίτσα είναι έτοιμη αλλά όχι η καρδιά μου. Δεν βρίσκω την δύναμη να αποχωριστώ αυτό τον τόπο για άλλη μια φορά.
 Προσθέτω στο ημερολόγιό λίγες λέξεις ακόμα:
- Ζηλεύω και θα νοσταλγώ μέχρι να πατήσω ξανά τη γη σου, Ελλάδα μου!