Τετάρτη 2 Ιουλίου 2025

Η ΚΥΡΑ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ

       Πλάι στα ήρεμα νερά της λίμνης, εκεί που τις νύχτες καθρεφτίζονταν τ'αστέρια τ' Ουρανού, ζούσε  μια καλωσυνάτη γυναίκα που την έλεγαν Ειρήνη.

Μιλούσε ήρεμα και κάθε φορά που δάκρυα κυλούσαν από το γαλήνιο πρόσωπό της, όπως λέει ο μύθος, ποτίζονταν τα άγονα χωράφια του χωριού που στεφάνωνε  την πανέμορφη λίμνη. Οι χωρικοί,  μακάριζαν την ημέρα που ήρθε να μείνει μαζί τους:Χόρτα ξερά, άκαρπη γή, καλύβες καμμένες από κάποιο άγριο πολεμιστή που είχε διαβεί τα μέρη τους  με το κατάμαυρο άτι του, περίμεναν χρόνια τώρα  τη δροσιά του καυμού που κυλούσε από τα μάτια της, να ζωντανέψουν ξανά σαν να ήταν ένα όνειρο που άγγιζε την αρχή της ιστορίας τους. 
Νωρίς το ξημέρωμα,  οι πλάβες κυλούσαν αργά η μία πίσω από την άλλη και σκορπίζονταν στα νερά της λίμνης, για να φέρουν καλή ψαριά και σαν το χρυσαφένιο δειλινό κρυφοκοίταζε την Πλάση,  γύριζαν πίσω, στο λιμανάκι της Καλής Ελπίδας. Εκεί, τις έδεναν προσεκτικά με τα παλαμάρια τους  και φορτωμένοι ψάρια, κινούσαν για να τ' αποθέσουν στο κονάκι της γιαγιάς Ειρήνης. Εκείνη, τους φίλευε πάντα ψωμί και μέλι μ΄ένα ποτήρι κρυστάλινο νερό από την Γλυκοπηγή του χωριού.Φεύγοντας τηναποχαιρετούσαν με σεβασμό γνωρίζοντας την πονεμένη της ιστορία:  Στα νειάτα της, ήταν μια πανέμορφη χωριατοπούλα: Ζωηρή, γελαστή και παιχνιδιάρα τραγουδούσε την αυγή μαζί με τα πουλιά του δάσους κι άλλες φορές, σαν έφτανε στα μέρη τους παγωμένος ο χιονιάς, φίλευε στοργικά τους λαγούς που κατέβαιναν απ΄ τα βουνά για να κουρνιάσουν στο χωριό της. Οι νέοι την γλυκοκοίταζαν ποθώντας να την κάνουν γυναίκα τους  μα η Ειρήνη ήθελε να ζεί ελεύθερη απολαμβάνοντας τη χαρά της στιγμής που γι' αυτήν ήταν ευλογία. 
Ξημέρωμα, είχε ξεσπάσει ξαφνικά μεγάλη φωτιά στο πυκνό δάσος με τις βελανιδιές, τις λεύκες και τα κυπαρίσσια. Έντρομοι οι συντοπίτες της είχαν δεί ένα πανύψηλο μουστακαλή άντρα με πυκνά  φρύδια και κατάμαυρα μακριά μαλλιά, να φτάνει καβαλάρης στο χωριό τους κρατώντας στο χέρι του μια πύρινη ρομφαία. 
-Είμαι ο Πόλεμος! ούρλιαζε ενώ το πρόσωπό του,  ματωμένο και σκοτεινό, έσπερνε τον τρόμο.
Θέλω να κάνω δική μου την πιο όμορφη γυναίκα του χωριού σας, αλλιώς, θα σας κάψω ζωντανούς! ούρλιαζε.
Θέλω να κάνω δική μου την πιο όμορφη γυναίκα του χωριού σας, αλλιώς, θα σας κάψω ζωντανούς! ούρλιαζε.
Η Ειρήνη, νεαρή κοπελίτσα τότε, είχε μισανοίξει έντρομη την ξύλινη εξώπορτα του σπιτιού της τη στιγμή που ο φοβερός καβαλάρης της νύχτας περνούσε από μπροστά της.
-Εσένα θέλω, φώναξε. Εσένα! και ξεπεζεύοντας την άρπαξε βάζοντάς την να καθήσει στο κατάμαυρο άτι του.Ύστερα, ανέβηκε πίσω της κι αυτός κι έφυγαν προς το άγνωστο καλπάζοντας  με ορμή. Τ΄αστέρια εκείνης της νύχτας είχαν ένα φώς χλωμό, λυπημένο, ενώ η σελήνη είχε κρυφτεί πίσω από ένα πυκνό σύννεφο. Ο θρύλος λέει πως τα κλάμματα της όμορφης κοπέλλας που έτρεχαν ασταμάτητα από τα μάτια της, είχαν γίνει ρυάκια του δάσους κι  ήταν τόσο πολλά που σχημάτησαν ως το ξημέρωμα, μια μικρή λίμνη κάτω στην πεδιάδα.
Τα χρόνια κύλησαν χωρίς να μπορέσει να μάθει κανείς ποιά ήταν, τελικά, η τύχη της νεαρής κοπέλλας, της  Ειρήνης.   Ένα πρωινό, μόλις είχε ανατείλει ένας υπέροχος λαμπρός ήλιος, μια χρυσοποίκιλτη άμαξα με έξι λευκά άλογα έφτασε απρόσμενα στο μικρό χωριό που είχε απλωθεί, τα χρόνια που κύλισαν, στις όχθες μιας μικρής  λίμνης. Οι κάτοικοι σάστησαν! Δεν ήξεραν ούτε μπορούσαν να φανταστούν ότι θα δούν τέτοια πολυτέλεια: Ένας πανέμορφος άντρας κατέβηκε από τη χρυσή  άμαξα και προχωρώντας προς το σπιτάκι της Ειρήνης, χτύπησε απαλά την πόρτα. Άνοιξε εκείνη, η μητέρα του ! Συγκινημένος, έσκυψε και φίλησε με ευγνωμοσύνη το χέρι της.
-Μη κλαίς μάνα!ακούστηκε να λέει. Θα ζήσω εδώ για πάντα μαζί σου.
Είχε μάθει την ιστορία της λίμνης! 
 Ιππεύοντας  το λευκό του άτι  μέρες, μήνες χρόνια, είχε διαβεί σ' όλες τις χώρες του Κόσμου ζητώντας να μεταλαμπαδεύσει το μήνυμά του στους ανθρώπους. Έτσι, είχε φτάσει και στη Γαλανή Χώρα ζητώντας να ξαποστάσει από το καρμικό έργο που του είχε αναθέσει  η καλή νεράιδα που τον ξεγέννησε.  Καρπός μιας βίαιης ένωσης ενός φοβερού και στιγνού  πατέρα, του Πολέμου και μιας πανέμορφης κόρης, της Ειρήνης,  πήρε από τον άγιο Προστάτη του το όνομα Σαν που μπορούσαν να το προφέρουν εύκολα  σε όλες τις γλώσσες οι κάτοικοι της Γης. Για τους πολλούς, ήταν μια λέξη άγνωστη, για άλλους σήμαινε «Ήλιος», αλλά για όλους το μήνυμα που έφερνε σε ό,σους  συναντούσε, γινόταν άστρο πιο λαμπερό κι από τον Ήλιο, σαν έφεγγε μέρες ζοφερές  απαλύνοντας  αιμοτοβαμμένες νύχτες, πόνους, κόπους θρήνους, καυμούς ,φόβους και εφιάλτες.
Ο άγνωστος επισκέπτης, όμορφος σαν τη μάνα του, ήταν απλός σαν το όνομά του. Δεν ήθελε να ξεχωρίζει για την κορμοστασιά και τη λαμπράδα της ομορφιάς  του, ίσως γιατί πίστευε, τιμώντας το όνομά του, πως ήταν στ' άλήθεια «σαν» κι αυτούς, σαν όλους τους κατοίκους της Γης ζώντας το άυλο δώρο της απλότητας που ήταν προικισμένος από την ευλογημένη ώρα που είχε έρθει στο Κόσμο, να του ανοίγει δρόμους. Με τα χρόνια, το όνομά του γινόταν όλο και πιο γνωστό, λες και γινόταν μήνυμα που ηχούσε σαν μελωδική καμπάνα στα πέρατα του Κόσμου σκορπίζοντας μια πρωτόγνωρη ελπίδα. Μιλούσε απλά, με το  πρόσωπο στολισμένο μ΄ένα ειρηνικό χαμόγελο,  κι έτσι γινόταν αμέσως αποδεκτός.
Ένα δειλινό, ταξιδεύοντας και φθάνοντας στην πανέμορφη  χώρα που βρέχεται από τη θάλασσα του Αιγαίου, έτυχε να τον συναντήσω την ώρα που μιλούσε σε πλήθος κόσμου που έσπευδε να απολαύσει  τον μελίρυτο λόγο  του.
-Φίλες και φίλοι, έλεγε. Γεννήθηκα μια νύχτα ασέληνη σε μια σπηλιά κοντά σ΄ένα βαθύ φαράγγι. Ο πρώτος ήχος που θυμάμαι ήταν ένα βαθύς αναστεναγμός που λες κι έβγαινε από τα έγκατα της Γης. Το πρώτο σκίρτημα ήταν δίψα για δροσερό νερό αναζητώντας  μια ανάσσα πλάι μου, ένα χάδι, λίγο  φως, για να μπορέσω να διακρίνω τον καινούργιο κάσμο, εκεί  που είχα έρθει  να ζήσω.
Πλήθος κόσμου, κάθε λογής, που είχε μαζευτεί γύρω του, έμοιζε μαγεμένο, ενώ εκείνος συνέχισε:           -Δυο χέρια γυνακεία,  με είχαν αγγίξει τρυφερά. Τότε ένοιωσα πως  είχα γεννηθεί! Μεγάλωνα με τις ακτίνες του ήλιου την ημέρα, να με βοηθούν για  να βλέπω την αλήθεια γύρω μου ενώ το φως του φεγγαριού τα βράδυα  με έστεργε να ονειρεύομαι ένα υπέροχο και προφητικό μέλλον. Το πρωινό κελάιδημα των πουλιών του δάσους  με συντρόφευε στη δική τους γλώσσα.Και ο χρόνος κυλούσε.           - Όταν  μεγάλωσα, έμαθα από την κόρη του Δάσους πως τη νύχτα που ο πατέρας μου κάηκε ζωντανός  μέσα στη φωτιά που είχε βάλλει στα  σπίτια μια γης που σείονταν από την φλόγα του πολέμου, μια πανέμορφη νεράιδα, ψιθύρισε στον Άνεμο το όνομα μου, που έμοιαζε σαν προφητεία των άστρων. Σφραγίστηκε  μέσα στη καρδιά μου, για να μείνει εκεί για πάντα και να μην ξεχαστεί ποτέ: Προφητεία; ίσως  η πορεία  της ζωής μου ήταν εντολή! Δεν έμενε παρά να την ακολουθήσω.                Ένας βαθύς αναστεναγμός,  ακούστηκε ευθύς από το συγκεντρωμένο πλήθος σαν ένα θρόισμα κραυγής στο χρόνο. Κρατώντας την αναπνοή μου  αναρωτιόμουν:
 -Ποιός ήταν λοιπόν αυτός ο άγνωστος και παράξενος άντρας που καθισμένος ανάμεσά μας, συγκλόνιζε απλά και μόνο με την παρουσία του;
 -Μια μέρα, συνέχισε, θα γεννείς  ο βασιλιάς του Κόσμου! είχε προμαντέψει η Νεράιδα του δάσους τη στιγμή που γεννήθηκα. Στέμμα σου, το όνομά σου. Θα λαμποκοπά στους αιώνες σαν πρόσκληση ζωής στο παλάτι της δόξας. Τρόμαξα τότε, ρίγησα, αλλά τίποτα δεν θα μπορούσε να με σταματήσει. Μόλις μπόρεσα να μάθω λίγα γράμματα για να συνενοούμαι με τους ανθρώπους, ζήτησα βοήθεια από ένα γέροντα που όλοι έλεγαν πως ήταν σοφός. Το πρόσωπό του, ήρεμο, τα μάτια του, αστέρια κι όταν με κοίταξε βαθιά μέσα μου με φωνή ήρεμη δεν άργησε να μου αποκαλύψει το σκοπό της ζωής μου:               -Όταν το θεόσταλτο όνομά σου γίνει στόχος ζωής, βίωμα και πράξη στους κατοίκους του πλανήτη μας, τότε θα σταματήσει η Έχθρα να καταστρέφει και να καίει πυρακτώνοντας όλα τα πλάτη και τα  μήκη της γής. Είσαι ο μοναδικός γιός του φοβερού Πολέμου και της γαλήνιας  Ειρήνης, Όταν όλοι οι άνθρωποι που ζουν στη Γη  σε αποδεχθούν και ο καθένας από αυτούς τιμήσει στην πράξη  το προφητικό όνομα, που σου είχε δώσει η Μοίρα, όταν ο καθένας  νιώσει «σαν» τον άλλον και  ζεί χωρίς  να  θέλει να ξεχωρίζει από τα αδέλφια του στον πλούτο, τη δόξα, τη δύναμη,την υπεροχή με ένα τρόπο δόλιο , αυτά, τα αδέλφια της μιας πατρίδας που είναι η Γή μας, τότε θα έρθει η μεγάλη ώρα να συναντήσεις την μητέρα σου, την Ειρήνη και να ζήσεις για πάντα μαζί της, πλάι της, έχοντας εκπληρώσει τον σκοπό που σε έταξε η νύμφη Μοίρα.
Ξύπνησα!Πετάχτηκα ταραγμένη, αναστατωμένη, δακρυσμένη!      
-ΣΑΝ ψιθύρισα, ΣΑΝ! Το όνειρο της αποψινής νύχτας, είχε γίνει ξαφνικά, ελπίδα μιας καινούργιας μέρας!Άνοιξα το παράθυρο και κοίταξα τον Ουρανό που αχνόφεγγε στο ξημέρωμα.
-Μήπως η πορεία της ανθρωπότητος αλλάξει; μήπως οι φόβοι γίνουν ελπίδα; Μήπως ένα όνειρο γίνει ζώσα πραγματικότητα απλά και μόνο  προφέροντας και ζώντας στην καθημερινότητά μας την απλή λέξη: ΣΑΝ;
Ένα γέλιο ακούστηκε πλάι μου. Νάταν η Ελπίδα;