Παιδί ακόμα, πριν να πάω στο αγαπημένο μου Νηπιαγωγείο, η νταντά Μεταξία με έβαζε να γονατήσω μπροστά στην εικόνα της Παναγιάς, για να κάνω την βραδινή μου προσευχή.
Ήταν μια παράξενη όσο και γοητευτική εμπειρία και, μόλις σήμερα, 80 χρόνια μετά, θέλω να την εκφράσω με λέξεις, που θα μπορέσουν ίσως να αποδώσουν όλα ό,σα δεν τόλμησα μέχρι σήμερα να πω η να γράψω.
Ναι! Ήταν μια ιερή και σιωπηλή επικοινωνία!Στιγμές μοναδικές και ανεπανάληπτες: Από τα κατάβαθα της ύπαρξής μου αναδύονταν φόβοι, ελπίδες, χαρές, απορίες πρωτόγνωρες, αισθήματα ασυνείδητα, κρυμμένα βαθιά μέσα μου και στο τέλος; Ερχόταν ξαφνικά μια αφανέρωτη, ζεστή αγκαλιά, τροφή για την ύπαρξή μου.
Αυτό που μου έχει μείνει σαν άυλη γεύση εκείνης της στιγμής, είναι η πηγαία ευτυχία της αυθόρμητης αυτοέκφρασης δίχως να ακουστούν λέξεις, απλής σαν ροή από ένα γάργαρο ποταμάκι που κυλάει αβίαστα χωρίς αρχή και τέλος.
Η εμπειρία της προσευχής που περιγράφω τώρα, δειλινό Δεκαπενταύγουστου του 2025, παραμένει η ίδια ό,σα χρόνια κι αν έχουν περάσει από τότε. Μόνο που η Εικόνα της Μεγαλόχαρης, ζωντανεύει στην καρδιά μου ολόφωτη και αιώνια, για να μπορέσω να την μοιραστώ μ' εκείνους που αγαπώ.