Δευτέρα 18 Αυγούστου 2025

ΟΙ ΓΡΑΒΑΤΕΣ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

            Συγγενείς και φίλοι κατά την διάρκεια της Κατοχής, ήρθαν να μείνουν μαζί μας, στο σπίτι, γιατί  η Αθήνα (ήταν δεδομένο) δεν επρόκειτο να βομβαρδιστεί  λόγω της Ακρόπολης. Μου άρεσε πολύ αυτή η συντροφιά γύρω μας, γιατί στα τρία μου χρόνια που πρωτογνώριζα τον κόσμο, έπαιζαν και γελούσαν μαζί μου. Είχα ξεχωρίσει τον κύριο Λώλη που ήταν ψηλός σαν τον πατέρα και διαρκώς σκαρφιζόταν κάτι για να με διασκεδάσει. Μια μέρα λοιπόν με ρώτησε σιγά:

-Θέλεις ο πατέρας να έχει πιο πολλές γραββάτες;

Δεν χρειάστηκε να σκεφτώ πολύ για να απαντήσω  αμέσως:

-Ναι! θέλω.

-Τότε,  είπε σιγά, θα βρείς ένα ψαλιδάκι, θα ανοίξεις τη ντουλάπα που ο μπαμπάς κρεμάει τις γραββάτες του, θα τις κατεβάσεις και θα τις κόψεις σε πολλά-πολλά κομματάκια.                                                 Μου άρεσε πολύ αυτή η ιδέα.Τι χαρά που θα έκανε ο πατέρας μόλις τις έβλεπε αλλά, σκέφτηκα, που θα βρώ ψαλίδι; ήταν όλα κρυμμένα και φυλαγμένα, όμως, ήμουν τυχερή!                                                  

Μια μέρα διέκρινα το ψαλιδάκι που ο πατέρας διόρθωνε το μουστάκι του, πάνω στο ραφάκι του μπάνιου μπροστά στον καθρέφτη! Δεν άργησα να σύρω σιγά και με προσοχή το σκαμνάκι, ν' ανέβω πάνω και να φτάσω στο ραφάκι. Έτσι, πήρα το μαγικό ψαλιδάκι, κατέβηκα, πήγα τρέχοντας στο δωμάτιό μου και το έκρυψα κάτω από το κρεβάτι μου.Έτσι, θα εύρισκα μια ευκαιρία για να κάνω την καλή πράξη που μου είχε υποδείξει ο κύριος Λώλης.

-Πόση χαρά  θα πάρει ο πατέρας! σκεπτόμουν κι ένοιωθα ευτυχισμένη.

Η χαρούμενη στιγμή έφτασε! Όλοι οι μεγάλοι σιγοκουβέντιαζαν, βραδάκι, στη τραπεζαρία ενώ η νταντά Μεταξία έπλενε  πιάτα στη κουζίνα. Ξετρύπωσα λοιπόν το ψαλιδάκι, άνοιξα τη ντουλάπα στο δωμάτιο των γονιών μου με τις γραβάτες που ήταν περασμένες σε μια ξύλινη μπάρα, τις κατέβασα όλες (δεν ήταν πολλές) και τις άπλωσα στο πάτωμα.Με το ψαλιδάκι μου τις έκοψα σε μικρά-μικρά κομματάκια.

Τα ξαφνικά βήματα του πατέρα που ήρθε να δεί που είμαι,με γέμισαν χαρά!
-Ποιός σου είπε να το κάνεις αυτό; ρώτησε έκπληκτος.
-Ο ...κύριος Λώλης, είπα.
Γύρισε  γρήγορα στη τραπεζαρία.Τον ακολούθησα και τον άκουσα να λέει στον εμπνευστή της πράξης μου:
-Χαίρομαι, φίλε, που θα μου αγοράσεις  πέντε καινούργιες γραββάτες !