Πως θυμάμαι αυτές τις ζεστές, Αυγουστιάτικες μέρες, την απογευματινή μας απόλαυση, που μου άρεσε τόσο!
Καθισμένοι πλάι-πλάι στο στενόμακρο μπαλκόνι που έβλεπε στο κεντρικό δρόμο, κουβεντιάζαμε! Οι «Δυο ροζ μπεζέδες», οι νόνες μου, που έγιναν αργότερα το πρώτο μου βιβλίο, ο πατέρας, η μητέρα και το τρίχρονο κοριτσάκι που αυτή τη στιγμή γράφει τις αναμνήσεις του. Στα απέναντι μπαλκόνια, βλέπαμε μεγάλους, μικρούς, παιδάκια και νταντάδες. Μόλις όμως ερχόταν η δύση του ηλίου, η μητέρα μου με στεναχωρούσε πολύ, πάρα πολύ όταν έλεγε τάχα χαρούμενη:
-Και τώρα, έλα να πάμε μέσα για να πούμε το παραμύθι μας! ενώ εγώ κατσούφιαζα και άρχιζα να γκρινιάζω με επιμονή:
-Εγώ τόα θέλω να κάτσω έτσο, να βλέπω τα παιδάκια, εγώ θέλω να...
Με έπαιρνε από το χέρι λέγοντας μου:
-Βλέπεις; και τα άλλα παιδάκια στο απέναντι μπαλκόνι φεύγουν, μπαίνουν μέσα στο σπίτι τους και κανένας δεν πια δεν μένει έξω.Κανένας!τόνιζε.
Επέμενα, όπως συνήθως:
-Εγώ όμως τώα θέλω, ενώ εκείνη νευριασμένη απαντούσε:
-Θέλε!
Πέρασαν χρόνια για να μάθω ότι τότε, στα χρόνια της Κατοχής, μετά το λιόγερμα, περνούσε η Γερμανική περίπολος και όλους ό,σους ήταν εκτός σπιτιού, τους περίμενε ένα τραγικό τέλος:Τουφεκισμός! Σήμερα, αυτό το Αυγουστιάτικο απόγευμα, που η θερμοκρασία έχει ανέβει σε πρωτόγνωρα επίπεδα ζέστης, θέλω...θέλω πολλά, αλλά τα 85 μου χρόνια δεν τα επιτρέπουν πιά. -Θέλε!μονολογώ γελώντας τη στιγμή που, σαν εναλλακτική λύση, κάθομαι στον υπολογιστή και γράφω τις παιδικές μου αναμνήσεις .