(Από τη σειρά: Παιδικές αναμνήσεις)
Αφιερώνεται στη Γενιά του ΄40
Μόλις οι τρείς μας φίλοι, ο Δημήτρης, ο Γιώργος κι ο άτακτος Αναστάσης άρχιζαν να σκαρφαλώνουν πάνω στα σιδερένια κάγκελα που ήταν γεμάτα με ανθισμένες γκλισίνες, εμείς, η Αγγελική, η Αργυρώ και η αφεντιά μου, αρχίζαμε να κουβεντιάζουμε τα πιο σοβαρά θέματα της ηλικίας μας.
Για μας, τα κοριτσόπουλα, τα αγορίστικα σκαρφαλώματα ήταν απαγορευμένα. Κι έτσι, καθισμένες πλάι-πλάι σ' ένα παγκάκι κοντά στη σπηλιά (που λέγανε πως έκρυβε ένα φοβερό δράκο), αναζητούσαμε μια εικόνα για τον δικό μας Παράδεισο, αυτόν που θα βλέπαμε όταν πηγαίναμε, γριούλες πια, στον Ουρανό έχοντας κάνει όλα ό,σα είχαν ζητήσει από μας οι γονείς μας.
Εκεί, θα μπορούσαν ίσως να μας χαρίσουν μια υπέροχη κούκλα σαν την Ντορέττα της Λίας, που δεν μας άφηνε ποτέ να την κρατήσουμε, γιατί ήταν λέει Ιταλιάνα, η μια μεγάλη, ολόκληρη σοκολάτα κι όχι μόνο ένα μικρό κομματάκι.
Αν και οι πολύχρωμες μεγάλες μπάλες ήταν μόνο για τ' αγόρια, η Τερέζα, η μεγαλύτερη αδελφή της Αργυρώς, μας είχε πει μια μέρα πως ήθελε πολύ, πάρα πολύ, να την αποκτήσει εκεί σαν ανταμοιβή για τις αταξίες που δεν είχε τολμήσει να κάνει.
Παράξενο αλήθεια!
Μετά από λίγη ώρα παραμονής στις γκλυσίνες, που έμοιαζαν με υπέροχα μαβιά σταφύλια, πηγαίναμε μαζί με τις μαμάδες μας στη λίμνη με το γεφυράκι και τις πάπιες. Εκεί, ένα πρωινό, ο Δημήτρης έκανε πως δήθεν ήθελε να ταίσει μια πάπια προσφέροντάς της λίγο από το δικό του φρατζολάκι μα, στ΄αλήθεια, ήθελε να πλατσουπλίσει στο νερό και να κάνει, κατά ...λάθος βέβαια, και μια ξαφνική βουτιά. Τότε λοιπόν η μαμά του, τρέχοντας, τον άρπαξε στην αγκαλιά της, τον έβγαλε έξω στα βότσαλα, τον σκούπισε, τον άλλαξε και μετά τον έβαλε να καθήσει σε μια μεγάλη πρασινοβαμμένη καρέκλα τόσο ψηλή, που δεν μπορούσε να κατέβει από κει μόνος του, για να ξαναπαίξει μαζύ με τα άλλα παιδιά. Αυτή, ήταν μια τιμωρία που μας ξάφνιασε κι ενώ εμείς, τα κορίτσια, κρυφογελούσαμε με το πάθημά του, η Τερέζα,
τον θαύμαζε σαν να είχε γίνει ξαφνικά ο ήρωας του Κήπου.
Μόλις ερχόταν η Άνοιξη, το παρτέρι με τους πολύχρωμους πανσέδες με προκαλούσε να τρέξω και να καθήσω ανάμεσά τους, να τους χαιδέψω απαλά νιώθοντας μέσα μου κάτι από την ομορφιά τους να πλουτίζει την δική μου ψυχή. Εκεί όμως ήταν μοιραίο να εισπράξω μια μέρα την πρώτη τιμωρία της ζωής μου:
Η μητέρα μου έβαλε γρήγορα-γρήγορα στη σκιά, κάτω από ένα μεγάλο πεύκο, το καρότσι με την νεογέννητη αδελφή μου και, σπεύδοντας στο παρτέρι με τους πανσέδες, με σήκωσε βιαστικά, με πήρε στην αγκαλιά της και με πήγε να καθήσω στη γνωστή, ψηλή, πρασινοβαμμένη, ξύλινη καρέκλα του Κήπου, πλάι στο καρότσι λέγοντας μου:
-Κάθε μέρα οι κηπουροί ποτίζουν και περιποιούνται αυτά τα λουλούδια για να τα απολαμβάνουν όλοι. Αν χαλάσουν και μαραθούν τότε...
Σε λίγο, γνωστές μαμάδες με τα παιδιά τους πλησίασαν για να καμαρώσουν το καινούργιο μωρό της οικογένειάς μας που κοιμόταν ήρεμα χωρίς να δίνουν καμμιά σημασία σε μένα, τη μεγάλη αδελφή, που βίωνε την πρώτη τιμωρία της ζωής της. Αναρωτήθηκα τότε αν θα εύρισκα ένα τέτοιο πανέμορφο και πολύχρωμο παρτέρι στον Παράδεισο, υποσχέθηκα όμως μυστικά, πως αν θα το βρώ, δεν θα καθήσω ούτε μια στιγμή...τσαλακώνοντας τους πανσέδες του.
Μόλις μεσημέριαζε, περπατώντας πια προς την έξοδο του Κήπου πηγαίναμε να δούμε και τα παγώνια με τις αστραφτερές ουρές τους. Εκεί, κρυφογελώντας, σχεδιάζαμε όλα τα κοριτσάκια μαζύ, την ημέρα που θα φορούσαμε ίσως κι εμείς, ένα μακρύ φόρεμα χορού που θα είχε χρώματα ίδια με αυτά της ουράς των παγωνιών: Πράσινο, γαλάζιο, χρυσαφί κι ό,τι άλλο κέντριζε εκείνη τη στιγμή τη προσοχή μας πυροδοτώντας τη φαντασία. Κι ύστερα, προχωρώντας προς την έξοδο, κάναμε μια τελευταία στάση στα χρυσόψαρα, που μέσα στα διάφανα νερά μιας μικρής, περιφραγμένης λίμνης, κολυμπούσαν ανέμελα.
Είχαμε ακούσει μια μέρα τον φύλακα να απαντάει στην ερώτηση του μικρού Άγγελου αν αυτά τα ψάρια ψήνονται στο τηγάνι για να τα φάνε τα παιδιά. Γελαστός, του είχε απαντήσει:
-Όχι βέβαια! Αυτά τα ψάρια δεν τρώγονται! κι έτσι ήμασταν σίγουρες εμείς, τα κορίτσια, αλλά και τ' αγόρια ότι και την επόμενη φορά που θα ερχόμαστε στο Κήπο μας, θα βρίσκαμε τα χρυσόψαρα να βολτάρουν στα ήρεμα νερά που καθρέφτιζαν και τις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων.
Και κάτι ακόμα:
Χθες το μεσημέρι είδα από μακριά, μια ηλικιωμένη κυρία με κατάλευκα μαλλιά, κρατώντας ένα τετράποδο, μαύρο μπαστούνι, να μπαίνει μέσα στο Βασιλικό, σήμερα Εθνικό και πρόσφατα ανακαινισμένο, Κήπο. Βάδιζε αργά και φτάνοντας στη μικρή λίμνη, ανέβηκε τα τρία σκαλιά στηριγμένη στο μπαστούνι της και κράτησε με προσοχή τη μαντεμένια περίφραξη. Έμεινε εκεί σιωπηλή για λίγα λεπτά ενώ γυρίζοντας να φύγει, άνοιξε το τσαντάκι της, έβγαλε από μέσα ένα λευκό δαντελένιο μαντηλάκι για να σκουπίσει δυο δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια της.
Αναρωτήθηκα λοιπόν αν αυτή, η γηραιά κυρία, είναι σήμερα μια από τις μικρές και αγαπημένες φιλεναδίτσες, αυτές που παίζαμε μαζί στα χρόνια της Απελευθέρωσης και επιστρέφοντας στο Κήπο, ίσως για τελευταία φορά, θέλησε να ξαναδεί τι άλλο;
Τον δικό μας παράδεισο!