Σάββατο 22 Μαρτίου 2025

Ο ΠΑΝΣΕΣ, Η ΒΙΟΛΕΤΤΑ ΚΑΙ...

Ο ΠΑΝΣΕΣ, Η ΒΙΟΛΕΤΤΑ ΚΑΙ...
 Ένα ερωτικό παραμύθι

    Ένας Κάκτος! Αυτός, που ξεπρόβαλλε ξαφνικά κι απόσμενα ανάμεσά τους! Ζούσαν κι οι δυό μαζί, πλάι πλάι, σ' ένα όμορφο παρτέρι κοντά στη λίμνη με τις πάπιες. Μόλις έφευγε η κυρά της Νύχτας κι ο άρχοντας τ' Ουρανού ξεπρόβαλε πίσω απ΄το βουνό, εκείνη άνοιγε νωχελικά τα λουλούδια της, ενώ εκείνος πλάι της, έδειχνε το γελαστό πρόσωπό του, στην ημέρα που ξεκινούσε.
    Περνούσαν όμορφα, πολύ όμορφα και τα μικρά παιδιά, που συνήθως έπαιζαν τα πρωινά πλάι στη λίμνη με το γεφυράκι και τις πάπιες να βολτάρουν, σταματούσαν πολλές φορές το παιχνίδι τους για να ρίξουν μια γρήγορη ματιά στο πρόσωπο του Πανσέ κι ονειρεύονταν! Να είναι και το δικό τους πρόσωπο γελαστό, όταν μια μέρα θα συναντούσαν ένα κορίτσι, όμορφο σαν τη Βιολέττα. Ώσπου, μυστικά, χωρίς να ακουστεί,  ξεπρόβαλλε ξαφνικά ανάμεσά τους ένας μικρός ξένος. Όσο μεγάλωνε, τα μαλλιά του; ίδια... βελόνες κι η όψη του; χλωμή, δίχως χρώμα με λίγο κίτρινο, ίσως γιατί έβλεπε τον Πανσέ να γλυκοκοιτάζει τη Βιολέττα του και ζήλευε. Ζήλευε πολύ!
    Ο άγνωστος μεγάλωνε, ψήλωνε ενώ τα...μαλλιά του, που όλο και πιο πυκνά γίνονταν, άρχισαν να μπαίνουν ανάμεσά τους. Μια μέρα λοιπόν καλοκαιρινή, καυτερή από τη θέρμη του ήλιου, ο Πανσές γύρισε λίγο προς την Βιολέττα του θέλοντας να την σκιάσει μα...αγγίζοντας τ΄ αγκαθωτά μαλλιά του άγνωστου ξένου, μαζεύτηκε και κλείστηκε στον εαυτό του.
    Οι μέρες κυλούσαν.Η Βιολέττα δεν ήταν πια τόσο όμορφη όσο άλλοτε.Το χάδι της βροχής, μόλις ήρθε το  φθινόπωρο, δεν ανακούφισε το μαραμένο της πρόσωπο ενώ ο Πανσές, κλεισμένος  στον εαυτό του, ένιωθε να χάνει την ερωτική του συντροφιά. Ώσπου, ένα σιδερένιο, χέρι; μπήκε απρόσμενα, νωρίς το πρωί, ανάμεσά τους κι άρχισε να σκάβει βαθιά το χώμα χωρίς αναπαμό. Ήχος απότομος, βίαιος, τραχύς, που δεν έμοιαζε με το κελάιδισμα των πουλιών στο ξημέρωμα ούτε με τις μελωδικές στάλες της βροχής. Ο φόβος, άρχισε να φωλιάζει στα τρυφερά τους φυλλοκάρδια μα σαν ξημέρωσε μια καινούργια μέρα, ο άγνωστος ξένος με τα αγκαθωτά κιτρινωπά μαλλιά, είχε  εξαφανιστεί! Ναι!
    Τίποτα πια δεν τους εμπόδιζε να είναι και πάλι ο ένας πλάι στον άλλο!Χειμώνες και καλοκαίρια, άνοιξη και φθινόπωρο, ο γελαστός Πανσές και η πανέμορφη Βιολέττα του θα συνέχιζαν να ζουν μαζί, ελεύθεροι πιά, απολαμβάνοντας, γιατί όχι; τον «δικό τους» Παράδεισο!

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2025

«Ο ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ»

                                            «Ο ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ»
                           (Από τη σειρά: Παιδικές αναμνήσεις)
                             Αφιερώνεται στη Γενιά του ΄40

      Μόλις οι τρείς μας φίλοι, ο Δημήτρης, ο Γιώργος κι ο άτακτος Αναστάσης άρχιζαν να σκαρφαλώνουν πάνω στα σιδερένια κάγκελα που ήταν γεμάτα με ανθισμένες γκλισίνες, εμείς, η Αγγελική, η Αργυρώ και η αφεντιά μου, αρχίζαμε να κουβεντιάζουμε τα πιο σοβαρά θέματα της ηλικίας μας.
      Για μας, τα κοριτσόπουλα, τα αγορίστικα σκαρφαλώματα  ήταν απαγορευμένα. Κι έτσι, καθισμένες πλάι-πλάι σ' ένα παγκάκι κοντά στη σπηλιά (που λέγανε πως έκρυβε ένα φοβερό δράκο), αναζητούσαμε μια εικόνα για τον δικό μας Παράδεισο, αυτόν που θα βλέπαμε όταν πηγαίναμε, γριούλες πια, στον Ουρανό έχοντας κάνει όλα ό,σα είχαν ζητήσει από μας οι γονείς μας.
Εκεί, θα μπορούσαν ίσως να μας χαρίσουν μια υπέροχη κούκλα σαν την Ντορέττα της Λίας, που δεν μας άφηνε ποτέ να την κρατήσουμε, γιατί ήταν λέει Ιταλιάνα, η μια μεγάλη, ολόκληρη σοκολάτα κι όχι μόνο ένα μικρό κομματάκι.
       Αν και οι πολύχρωμες μεγάλες μπάλες ήταν μόνο για τ' αγόρια, η  Τερέζα, η μεγαλύτερη αδελφή  της Αργυρώς, μας είχε πει μια μέρα πως  ήθελε πολύ, πάρα πολύ, να την αποκτήσει εκεί σαν ανταμοιβή για τις αταξίες που δεν είχε τολμήσει να κάνει. 
Παράξενο αλήθεια!
      Μετά από λίγη ώρα παραμονής στις γκλυσίνες, που έμοιαζαν  με υπέροχα μαβιά σταφύλια, πηγαίναμε  μαζί με τις μαμάδες μας στη λίμνη με το γεφυράκι και τις πάπιες. Εκεί, ένα πρωινό, ο Δημήτρης έκανε πως δήθεν ήθελε να ταίσει μια πάπια προσφέροντάς της λίγο από το δικό του φρατζολάκι μα, στ΄αλήθεια, ήθελε να πλατσουπλίσει στο νερό και να κάνει, κατά ...λάθος βέβαια, και μια ξαφνική βουτιά. Τότε λοιπόν η μαμά του, τρέχοντας, τον άρπαξε στην αγκαλιά της, τον έβγαλε έξω στα βότσαλα, τον σκούπισε, τον άλλαξε και μετά τον έβαλε να καθήσει σε μια μεγάλη πρασινοβαμμένη καρέκλα τόσο ψηλή, που δεν μπορούσε να κατέβει από κει μόνος του, για να ξαναπαίξει μαζύ με τα άλλα παιδιά. Αυτή, ήταν μια τιμωρία που μας ξάφνιασε κι ενώ εμείς, τα κορίτσια, κρυφογελούσαμε με το πάθημά του, η Τερέζα,
τον θαύμαζε  σαν να είχε γίνει ξαφνικά  ο ήρωας του Κήπου. 
     Μόλις ερχόταν η Άνοιξη, το παρτέρι με τους πολύχρωμους πανσέδες με προκαλούσε να τρέξω και να καθήσω ανάμεσά τους, να τους χαιδέψω απαλά νιώθοντας μέσα μου κάτι από την ομορφιά τους να πλουτίζει την δική μου ψυχή. Εκεί όμως ήταν μοιραίο να εισπράξω μια μέρα την πρώτη τιμωρία της ζωής μου: 
Η μητέρα μου έβαλε γρήγορα-γρήγορα στη σκιά, κάτω από ένα μεγάλο πεύκο, το καρότσι με την νεογέννητη αδελφή μου και, σπεύδοντας στο  παρτέρι με τους πανσέδες, με σήκωσε βιαστικά, με πήρε στην αγκαλιά της  και με πήγε να καθήσω στη γνωστή, ψηλή, πρασινοβαμμένη, ξύλινη καρέκλα του Κήπου, πλάι στο καρότσι λέγοντας μου:
-Κάθε μέρα οι κηπουροί ποτίζουν και περιποιούνται αυτά τα λουλούδια για να τα απολαμβάνουν όλοι. Αν χαλάσουν και μαραθούν τότε... 
    Σε λίγο, γνωστές μαμάδες με τα παιδιά τους πλησίασαν για να  καμαρώσουν το καινούργιο μωρό της οικογένειάς μας που κοιμόταν ήρεμα χωρίς να δίνουν καμμιά σημασία σε μένα, τη μεγάλη αδελφή,  που βίωνε την πρώτη τιμωρία της ζωής της. Αναρωτήθηκα τότε αν θα εύρισκα ένα τέτοιο πανέμορφο και πολύχρωμο παρτέρι στον Παράδεισο, υποσχέθηκα όμως μυστικά, πως αν θα το βρώ, δεν θα καθήσω ούτε μια στιγμή...τσαλακώνοντας τους πανσέδες του.
    Μόλις μεσημέριαζε, περπατώντας πια προς την έξοδο του Κήπου πηγαίναμε να δούμε και τα παγώνια με τις αστραφτερές ουρές τους. Εκεί, κρυφογελώντας, σχεδιάζαμε όλα τα κοριτσάκια μαζύ, την ημέρα που θα φορούσαμε ίσως κι εμείς, ένα μακρύ φόρεμα χορού που θα είχε χρώματα ίδια με αυτά της ουράς των παγωνιών: Πράσινο, γαλάζιο, χρυσαφί κι ό,τι άλλο κέντριζε εκείνη τη στιγμή τη προσοχή μας πυροδοτώντας τη φαντασία. Κι ύστερα, προχωρώντας προς την έξοδο, κάναμε μια τελευταία στάση στα χρυσόψαρα, που μέσα στα διάφανα νερά μιας μικρής, περιφραγμένης λίμνης, κολυμπούσαν ανέμελα. 
    Είχαμε ακούσει μια μέρα τον φύλακα να απαντάει στην ερώτηση του μικρού Άγγελου αν αυτά τα ψάρια ψήνονται στο τηγάνι για να τα φάνε τα παιδιά. Γελαστός, του είχε απαντήσει: 
-Όχι βέβαια! Αυτά τα ψάρια δεν τρώγονται! κι έτσι ήμασταν σίγουρες εμείς, τα κορίτσια, αλλά και τ' αγόρια ότι και την επόμενη φορά που θα ερχόμαστε στο Κήπο μας, θα βρίσκαμε τα χρυσόψαρα να βολτάρουν στα ήρεμα νερά που καθρέφτιζαν και τις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων.
Και κάτι ακόμα: 
       Χθες το μεσημέρι είδα από μακριά, μια ηλικιωμένη κυρία με κατάλευκα μαλλιά, κρατώντας ένα τετράποδο, μαύρο μπαστούνι, να μπαίνει μέσα στο Βασιλικό, σήμερα Εθνικό και πρόσφατα ανακαινισμένο, Κήπο. Βάδιζε αργά και φτάνοντας στη μικρή λίμνη, ανέβηκε τα τρία σκαλιά στηριγμένη στο μπαστούνι της και κράτησε  με προσοχή τη μαντεμένια περίφραξη. Έμεινε εκεί σιωπηλή για λίγα λεπτά ενώ γυρίζοντας να φύγει, άνοιξε το  τσαντάκι της, έβγαλε από μέσα ένα λευκό δαντελένιο μαντηλάκι για να σκουπίσει  δυο δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια της.
Αναρωτήθηκα λοιπόν αν αυτή, η γηραιά κυρία, είναι σήμερα μια από τις μικρές και αγαπημένες φιλεναδίτσες, αυτές που παίζαμε μαζί στα χρόνια της Απελευθέρωσης και επιστρέφοντας στο Κήπο, ίσως για τελευταία φορά, θέλησε να ξαναδεί τι άλλο;
Τον δικό μας παράδεισο!