Μια φορά κι ένα καιρό, τα χρόνια εκείνα τα παλαιά, όταν οι άνθρωποι, που ζούσαν ακόμα στο σκοτάδι, χτυπούσαν και πλήγωναν ο ένας τον άλλο, για να βρουν λίγο ψωμί να φάνε και λίγο νερό να πιουν, τότε, που οι χειμώνες σκόρπιζαν παγωνιά σε ανθρώπους και ζώα ενώ τα καλοκαίρια ο ήλιος φλογίζοντας τη γη, άφηνε τα σπαρτά, ξερά, να γέρνουν στο χώμα, ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό της Ελλάδας, η γιαγιά Σοφία.
Το κονάκι της ήταν μικρό αλλά καθαρό και περιποιημένο κι εκείνη; ήταν απλή, γελαστή και φιλόξενη. Τα μάτια της είχαν το χρώμα τ’ ουρανού την Άνοιξη ενώ το πρόσωπό της ήταν πάντα γαλήνιο σαν την ακύμαντη θάλασσα, που φιλούσε στοργικά το μικρό χωριό που κατοικούσε και το έλεγαν Γαλήνη.
Τα μαλλιά της, μακριά και πανέμορφα, έλαμπαν όταν τα χάιδευε κάθε μέρα στοργικά ο λαμπερός της σύντροφος, ο κυρ-Ήλιος.Τις νύχτες που κοιμόταν, ο μικρός και πιστός άγγελος που την παράστεκε, της ζωγράφιζε πολύχρωμες εικόνες για να την ξεκουράζουν από τον κάματο της μέρας, όσες ώρες τα μάτια της ήταν κλειστά. Σαν ξυπνούσε νωρίς το πρωί, τις εύρισκε μπροστά της ζωντανές, ολοζώντανες να την περιμένουν λαμπερές, σαν να ήταν κεντημένες με μεταξένια πρωτόγνωρα χρώματα από μια νεράιδα που την έλεγαν Φαντασία.
Οι μέρες κυλούσαν σαν σταγόνες νερού γεμίζοντας το βαθύ ποτάμι του χωριού που το έλεγαν Χρόνο. Άλλοτε δροσερές και κρυστάλλινες κι άλλοτε θαμπές από την οργή μανιασμένης λασπερής βροχής που συχνά χτυπούσε άκαρδα κι ανελέητα τους ανθρώπους του μόχθου.
Κι η γιαγιά Σοφία, με το χαμόγελο να στολίζει πάντα το πρόσωπό της, γινόταν ολοένα και πιο ξεχωριστή ενώ οι χωριανοί της απορούσαν.
- Πως τα καταφέρνει; σκεφτόντουσαν δίχως να τολμήσει κανείς τους να τη ρωτήσει, για να μάθει την αλήθεια της.
Οι πέντε κόρες της, άξιες κι εργατικές, δούλευαν ακατάπαυστα, για να μάθουν να βγάζουν γερό μεροκάματο στην προσπάθειά τους να ζήσουν και να θρέψουν, σαν έφτανε η ευλογημένη ώρα, τα παιδιά τους και να τους προσφέρουν ό,τι καλύτερο μπορούσαν.
Οι κόρες αυτές όμως, συχνά, έμοιαζαν εξαντλημένες και ανήμπορες αργά το βράδυ, να στολίσουν, έστω και μ’ ένα αχνό χαμόγελο, το θλιμμένο τους πρόσωπο.
Οι στιγμές, οι μέρες, οι εβδομάδες, οι μήνες, τα χρόνια κυλούσαν σαν τη βροχή γεμίζοντας το Χρόνο, το ποτάμι του χωριού που κυλούσε ανάμεσα στα σπίτια τους χωρίς να στερεύει ποτέ.
Η γιαγιά Σοφία λοιπόν, συνήθιζε να μιλάει και να απαντάει μόνον αν την ρωτούσαν.Τις άλλες ώρες παρέμενε σιωπηλή με μοναδικό στολίδι εκείνο το αιώνιο χαμόγελο στην ιστορία της ύπαρξής της, που χάριζε, σε όλους όσους ήθελαν να την γνωρίσουν από κοντά, ένα χάδι γαλήνης και σιγουριάς.
Ήταν σούρουπο όταν η μεγάλη της κόρη, που την έλεγαν Όραση, γυρίζοντας κατάκοπη από την ολοήμερη δουλειά της στο άγονο από την ξηρασία χωράφι, έπεσε στα πόδια της μάνας εκλιπαρώντας τη βοήθειά της:
- Δεν αντέχω πιά, ακούστηκε να λέει ανάμεσα στους λυγμούς της. Θα σβήσω μάνα, θα χαθώ. Λάσπες παντού, κλαδιά ξερά και δέντρα άκαρπα. Φόβος, απόγνωση και αγωνία!
Στοργικά, η γιαγιά Σοφία άπλωσε το χέρι της και χαιδεύοντας τα μαλλιά της κόρης της ακούστηκε να λέει:
- Μάθε να στρέφεις τα μάτια σου ψηλά, στον Ουρανό, εκεί που ταξιδεύουν τα όνειρα σαν σύννεφα, εκεί που τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τα πουλιά να πετούν και να στολίζουν τον Κόσμο με το μήνυμα της ελπίδας που χαρίζει και θα χαρίζει για πάντα, η αόρατη νύμφη που την λένε Αιωνιότητα. Μάθε κόρη μου να αποστρέφεις το βλέμμα σου από την εικόνα της στιγμής αναζητώντας την αιώνια τροφή που λέγεται απόλαυση, όσο πιο συχνά μπορείς μέσα στην στείρα ζωή σου. Μόνον έτσι θα μπορείς να ξαποστάς και να δυναμώνεις τόσο, που η καθημερινή δουλειά σου στον τραχύ και συχνά άκαρπο μόχθο, να δέχεται μια υπέροχη πνοή δροσιάς και ανακούφισης. Μάθε καλή μου να απολαμβάνεις, μέσα στις πιο δύσκολες, τις πιο τραγικές στιγμές της καθημερινότητάς σου, την βαθιά ανάσα της φυγής στον άυλο κόσμο. Αυτό, αν γίνεται όλο και πιο συχνά, θα είναι ένα χαρούμενο διάλειμμα στη διάρκεια μιας μακρόχρονης σκληρής δουλειάς, για να μπορέσεις κάποτε να κερδίσεις επάξια το χρυσοποίκιλτο φλουρί που λέγεται Πείρα.
- Έχε την ευχή μου κόρη μου, της έλεγε στοργικά, ενώ τα πλούσια μαλλιά της, πλεγμένα με χιλιάδες ασημοκλωστές, τις εμπειρίες της, στεφάνωναν το γαλήνιο πρόσωπό της.
Ήταν απομεσήμερο όταν η δεύτερη κόρη της γιαγιάς Σοφίας, που την έλεγαν Ακοή, μπήκε βιαστική στο κονάκι της σφαλίζοντας σφιχτά με τ’ ακροδάχτυλα τ’ αυτιά της ενώ απ΄τα μάτια της έτρεχαν πικρά δάκρυα.
- Λύγισα μάνα! φώναζε. Δεν αντέχω πιά.Οι κραυγές του πλήθους κάθε φορά που συγκεντρώνεται έξω από το φούρνο του γείτονα εκλιπαρώντας τον για λίγο ψωμί, που δεν έχει πια λεφτά για να το πληρώσει, με γεμίζουν τρόμο. Ως πότε πια; Βοήθεια μάνα!
Κι εκείνη, απλώνοντας το χέρι χάιδεψε στοργικά το δικό της κι άρχισε να της σιγοτραγουδά τη μελωδία που αγαπούσε σαν ήταν ακόμα μικρή και δοκίμαζε τα πρώτα της βήματα στην αυλή του σπιτιού τους. Η φωνή της ακουγόταν υπέροχη, μελωδική παρά τα χρόνια που βάραιναν τους κυρτούς της ώμους. Ένα χαμόγελο αχνό άρχισε να ζωγραφίζεται στο πρόσωπο της Ακοής ενώ έμοιαζε να απολαμβάνει το χάδι του ήχου που αγαπούσε με τη δροσιά της γαλήνης ν’ αγγίζει απαλά την κουρασμένη της καρδιά.
- Μάθε κόρη μου, ακούστηκε να λέει η γιαγιά Σοφία, να βγάζεις απ’ το σεντούκι της μνήμης αγαπημένες μελωδίες κάθε φορά που οι στριγγλιές της στιγμής σε εμποδίζουν να τις ακούς. Ξαφνικά κι απρόσμενα, θα έρχεται πάντα κοντά σου η καλή κυρά που την λένε Απόλαυση, για να σε ξεκουράζει. Οι χαλαροί παλμοί της, σαν ένα τρυφερό και ευεργετικό χάδι, θα σου χαρίζουν τη δύναμη να συνεχίζεις να ζεις, προσπερνώντας εύκολα κάθε κακόηχη στιγμή.
Έτσι, ξαφνικά, ένα χαμόγελο ανακούφισης φώτισε το πρόσωπο της Ακοής και χαμογελώντας, γαληνεμένη πιά, έσκυψε και φίλησε με σεβασμό το χέρι της μάνας.
Ένα συννεφιασμένο πρωινό η τριτότοκη κόρη της γιαγιάς Σοφίας που την έλεγαν Όσφρηση, σφαλίζοντας αηδιασμένη με τα δυό της χέρια τα ρουθούνια της, μπήκε στο κονάκι της Μάνας της κραυγάζοντας:
- Αηδία μάνα! Νιώθω αηδία! Να σου πώ τι έγινε σήμερα; ρώτησε, ενώ η γιαγιά Σοφία κόβοντας γρήγορα-γρήγορα ένα κλαδάκι μυρωδάτο γιασεμί από μια μικρή γλάστρα έσπευσε να την αγκαλιάσει για να της προσφέρει εκείνη τη στιγμή, αυτό που είχαν οι δυό τους φυτέψει μιαν ανοιξιάτικη μέρα χρόνια πριν.
- Μη λες τίποτα κόρη μου! της είπε χαμογελώντας. Μύρισέ το βαθιά, πιο βαθιά, ακόμα πιο βαθιά κι αυτό το άρωμα κλείστο στην ψυχή σου για πάντα! Γύριζε σ’ αυτό όποτε το χρειάζεσαι με τη σκέψη και το συναίσθημα. Θα είναι το δώρο της ανακούφισης και της γαλήνης που σου θα προσφέρει απλόχερα η Απόλαυση, η καλή μας νεράιδα, κι όχι εγώ!
Και τότε, η Όσφρηση, συγκινημένη, με την έκφραση της ανακούφισης ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, έσκυψε και φίλησε δακρυσμένη τη μάνα της, την γιαγιά Σοφία που για άλλη μια φορά της είχε ανοίξει δρόμο σε μια στιγμιαία αλλά μυστική αναζήτηση.
Η τέταρτη κόρη ήταν λίγο παράξενη. Δούλευε και μη βρίσκοντας συχνά ανταπόκριση συναντώντας προβλήματα από τις απαιτήσεις των πελατών που ολοένα αναζητούσαν να δοκιμάσουν κάτι πρωτόγνωρο, απαιτητικό, μοντέρνο, ασυνήθιστο, καινούργιο και συχνά αδύνατο να πραγματοποιηθεί, ένιωθε απογοήτευση και πίκρα, πολλή πίκρα.
Έτσι, η κόρη αυτή που λεγόταν Γεύση, σπάνια είχε στο πρόσωπό της την έκφραση που έδειχνε πως ήταν ικανοποιημένη από ό,σα της πρόσφερε η Γενική Διευθύντρια που άκουγε στο όνομα Ζωή. Συχνά, της αντιμιλούσε και γκρίνιαζε γεμάτη παράπονο από τις προτεραιότητες που εκείνη πρόσφερε απλόχερα, όπως νόμιζε, στους άλλους συναδέλφους της που εργάζονταν στο κατάστημα που δούλευε και λεγόταν «Καθημερινότητα».
Θυμάμαι, από τότε που την είχα συναντήσει τυχαία, πως η γιαγιά Σοφία συνήθιζε να συμβουλεύεται συχνά τους αρχιμάστορες που δούλευαν ταπεινά και υπεύθυνα, για τον ιδιοκτήτη του αρχοντικού, που στέγαζε εκείνη και τις κόρες της, αφού όλοι τους είχαν σπουδάσει για πολλά-πολλά χρόνια στην πιο διάσημη Εκπαιδευτική Εταιρεία του Κόσμου που είχε το λαμπερό όνομα Επιστήμη.
Κάθε φορά λοιπόν, που δεν ήξερε να συμβουλέψει τις πέντε της κόρες, όταν αντιμετώπιζαν προβλήματα, ρωτούσε, με σεβασμό και ταπείνωση, έναν από τους αρχιμάστορες, αρμόδιο για κάθε περίπτωση, και, με την δική του υπεύθυνη συμβουλή και υπόδειξη, όλα πήγαιναν καλά.
Έτσι λοιπόν, κάθε φορά που η Γεύση παραπονιόταν, συχνά ανικανοποίητη, η γιαγιά Σοφία της πρότεινε να δοκιμάσει νοερά μια ώριμη και αρωματική φράουλα, που πάντα φύλαγε για εκείνη, δροσερή, στο καλαθάκι της μνήμης.
- Είναι πάντα τόσο όμορφη, της μάθαινε και τόσο απλή. Δεν έχεις παρά να την πλησιάσεις, μυστικά και αθόρυβα, όπως μόνον η σκέψη σου μπορεί. Η ομορφιά, η λάμψη, το άρωμα αλλά και η φρεσκάδα της θα σκεπάσουν ό,τι σε ενοχλεί. Θυμάσαι πόσο την αγαπούσες μικρή όταν την δοκίμαζες; Αναζήτησέ την λοιπόν όπως τότε και τώρα που μεγάλωσες. Νιώσε την γεύση της καλώντας την στους λογισμούς σου.Τώρα Γεύση αλλά και για πάντα κόρη μου.
Έτσι, η φράουλα γινόταν η εικόνα που δέσποζε άνετα στη στιγμή και η Γεύση χαμογελούσε ικανοποιημένη ενώ η Απόλαυση, γινόταν για άλλη μια φορά, η καλή Νεράιδα που παραστέκει, απλόχερα και αφανέρωτα, όλες τις κόρες (αλλά και… τους γιούς, γιατί όχι;) του Κόσμου κάθε φορά που την αναζητούν.
Πλάι στις αδελφές της, η πέμπτη κόρη που λεγόταν Αφή και ήταν η μεγαλύτερη απ’ όλες, δύσκολα, πολύ δύσκολα, εύρισκε ένα μαξιλάρι βολικό στο χάδι, για να ξεκουράσει τα πονεμένα της δάχτυλα από τις τραχιές δουλειές που ήταν αναγκασμένη να υπομένει κάθε μέρα. Πάγωνε το άγγιγμά της στο μέταλλο, αγρίευε στο χοντροκομμένο ξύλο, δυσφορούσε στο παλαιό και χιλιοτριμμένο ύφασμα. Συχνά, μάτωνε και πονούσε με τα κοφτερά αγκάθια που ήταν κρυμμένα ύπουλα στην περικοκλάδα το περιβολιού της κυρά Νιότης που περιποιόταν συχνά. Πόσο καυτές, αλήθεια, ένιωθε κάθε φορά τις πέτρες που ήταν κρυμμένες μέσα σε μια χούφτα ανάλαφρη, χρυσαφένια άμμο όταν αναζητούσε ξεκούραση στην αμμουδιά!
Χαμογελούσε στοργικά η γιαγιά Σοφία κάθε φορά που άκουγε την Αφή να παραπονιέται.
- Θα έρθει γι αυτήν η άγια μέρα, σκεφτόταν με καρτερία.
Και ήρθε: Μια ημέρα χαράς και ανάστασης!
Η Αφή ήταν η πρώτη κόρη της που έγινε μητέρα. Χαιδεύοντας απαλά τα τριανταφυλλένια χεράκια του γιού της μόλις τον πήρε στην αγκαλιά της, λυτρώθηκε από τον ανείπωτο καημό. Όλα γύρω της έμοιαζαν μαγικά. Η Απόλαυση, για άλλη μια φορά, έμοιαζε να έχει χαρίσει την ευλογία της σε μια πονεμένη και ταλαιπωρημένη ψυχή που ποθούσε, μυστικά, να γίνει μάνα, ν’ αγγίξει τον ζωντανό καρπό του έρωτά της. Για την Αφή, αυτή, ήταν μια ενδόμυχη και βασανιστική ανάγκη ζωής όπως γίνεται αιώνες τώρα, φίλες και φίλοι, σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της Γης.
Μόλις λοιπόν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου, το άγγιγμά της με τη νέα ζωή, αυτήν που είχε βγει μέσα από τα σπλάχνα της, έγινε ικανό να την θεραπεύσει ανοίγοντας διάπλατα τους ορίζοντες της ευτυχίας.
Οι θρύλοι λένε πως ξαφνικά, μέσα σε μια στιγμή, κάτι είχε αλλάξει στο ταπεινό χωριό τους: η σεμνή και σεβαστή γυναίκα-μητέρα της Όρασης, της Ακοής, της Όσφρησης, της Γεύσης και της Αφής είχε γίνει τώρα πια από μάνα, τιμημένη γιαγιά: Η γιαγιά Σοφία.
Θα την συμβουλεύοταν πάντα και για πάντα ενώ μια μοναδική εικόνα-ζωγραφιά θα σχεδιαζόταν για πρώτη φορά, με χρυσοποίκιλτα πινέλα πάνω στον ατλαζένιο Ουρανό της πατρίδας τους:
Η πριγκίπισσα Γνώση, πρόγονος της γιαγιάς Σοφίας, θα εικονιζόταν να υποκλίνεται προσφέροντας τη θέση της στην Αυτοκράτειρα Ζωή ενώ κάτω, στη γη τους, ο παντοδύναμος Χρόνος, το βαθύ κι απάτητο ποτάμι που διατρέχει αιώνες τώρα το μικρό χωριό των θνητών, θα συνέχιζε να κυλάει ήρεμα και ανεμπόδιστα στην αιωνιότητα τιμώντας το άφθαρτο και άυλο στέμμα της Αλήθειας.